Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Οι Διδασκαλίες,Μέρος 3ο.

“Θυμάμαι έπειτα,καθόταν εκείνος ο γεράκος κάτω από εκείνο,το μεγάλο και πανάρχαιο δεντρό και προσευχόταν κάθε μέρα και κάθε νύχτα και έκλαιγε…“

Ήμουν μαθητής του, υποτίθεται, μα πότε δεν μου έλεγε τίποτα. Όχι όσα ήθελε να ακούσει η άδεια καρδιά μου.

Κάθε φορά που ήταν ώρα να πάω σε κάποια μάχη,σημαντική ή ασήμαντη,μου τόνιζε με λόγια λίγα,πόσο σημαντική είναι η ζωή και πως είναι πολύ εύκολο να χαθεί.

Έπειτα έλεγε, “…να προσέχεις…“, με κοιτούσε για λίγο σαν ένας γονιός που αποχωρίζετε και πονάει το σπλάχνο του,γονάτιζε και άρχιζε πάλι να προσεύχεται για εμένα,για την σκοτεινή μου καρδιά και να κλαίει…

Καμιά φορά του απαντούσα με αναίδεια,”τι κλαις γεράκο, μήπως θα καταφέρεις τίποτα?Τα δάκρυα δεν αλλάζουν τον κόσμο.Δεν αλλάζουν τίποτα…ούτε την καρδιά του άλλου!“. Μετά γύριζα την πλάτη μου σε εκείνη την αγαθή ψυχή και έφευγα. Πάλι για να αφαιρέσω ζωές, πάλι για να δοξαστώ με δόξα κοσμική. Όλα ήταν μάταια…

Όλα ήταν μάταια,αλλά εγώ δεν το ήξερα.Για να είμαι ειλικρινείς,δεν με ένοιαζε…

man-by-tree.gif

Με ένοιαζε να δοξάζομαι,να έχω οτιδήποτε υλικό,και να είμαι πιο πάνω από όλους και όλα!

Αλλαζονία,σκέψεις κενές,και μια παγωμένη καρδιά…

Θυμάμαι δε χαρακτηριστικά,όταν ήταν να πολεμήσω έθνη ολόκληρα μόνος μου,δεν με ένοιαζαν οι ζωές που θα αφαιρούσα.Δεν με ένοιαζε που γονάτιζαν μπροστά μου και παρακαλούσαν για έλεος,γυναίκες και παιδιά που έκλαιγαν.Δεν με ένοιαζε τίποτα,είχα γίνει ένα κενό κουφάρι,κινούμενο από τις ηδονές της σάρκας,και που η ψυχή του είχε γίνει πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή νύχτα….

Βάραινε η ψυχή μου με κάθε τέτοιο γεγονός,αλλά όπως είπα,αν και το αισθανόμουν,δεν με ένοιαζε.Ενδόμυχα παρακαλούσα κάποια στιγμή να τελειώσει.Και να μην παρακαλούσα,ήξερα ότι έτσι θα γίνει.Και έτσι λοιπόν,μεθυσμένος όπως ήμουν επαναλάμβανα τα ίδια λάθη,αιώνες ολόκληρους και χιλιετηρίδες…

Μα συνάμα ένιωθα μια φλόγα…αυτή ήταν ο γεράκος που έκλαιγε για εμένα…

Τα Επικα του Μεγα Θεόδωρου,Οι Μαχες,μέρος 6ο.

Και το σωμα του,στο εδαφος…αψυχο,νεκρο,αμίλητο.

Και ολα γυρω κατεστραμένα, έξω απο τις Πύλες Του Φεβολάιζεν, εκείνου του ένδοξου βασίλειου που καταστράφηκε κάποτε απο την λαγνεία των ανθρώπων για τα πάθη και την δόξα.

Εκεί λοιπόν ήταν και το σώμα του,εκείνου που είχε τον τίτλο του πιο δυνατου πολεμιστή,γνωστό και ως Shirance. Και οι φλόγες έκαιγαν, και οι ουρανοι έκλαιγαν με την πιο δυνατή βροχή πάνω απο το σώμα του. Μια θλιβερή ύπαρξη που γνωριζε μόνο πόνο…

Όταν λοιπόν τελείωσε εκείνη η μανιασμένη βροχή, που ξέπλυνε τις αμαρτίες του κόσμου εκείνου, του πολέμου…που ξέπλυνε το αίμα απο πάνω του, βγήκε εκείνη απο το παλάτι της, και με βήμα γοργό κατευθύνθηκε προς το άψυχο του σώμα.

Στάθηκε απο πάνω του και είπε:Στις ποιο δύσκολες στιγμές, εκεί πολέμησες όλον τον κόσμο για να σώσεις τις δικές μας ψυχές. Στις πιο γαλήνιες στιγμές, χάριζες άστρα σε όλους μας, για να μας φωτίζουν σαν αιώνιες φωτιές.

Στις πιο απλές στιγμες,… σε ξεχάσαμε και σε καταδικάσαμε, στον Άδη τον αχόρταγο να υποφέρεις και μεθυσμένος να μην ξέρεις τι λες… Κουνήθηκε τότε το σώμα του…σαν μια μαριονέτα, που την κινεί κάτι μυστήριο, αλλά είναι άψυχη.Με βλέμμα κενό ,κοίταξε ψηλα και είπε:

Κοντά σε εκείνο το ποτάμι, νερό θέλησα να πιω, ζωή υπέθεσα ότι είχα μα έκανα λάθος τρομερό.Και τότε ήρθε χειμώνας μοναδικός και ζεστός, όλα τα έσβησε μα εγώ δεν άλλαξα ήμουν ακόμη ψυχικά νεκρός. Μοναξιά ένιωθα, οι ουρανοί ήταν γκρι, ο πόνος ατελείωτος και εσύ να με κοιτάς σε εκείνη την αιώνια στιγμή…

Εκεί πάνω απο τον τάφο μου ,εσύ εισουν μια ανάσα για την μοναξιά μου,μα ποτέ δεν δέχτηκες τίποτα από εμένα,τα φλεγόμενα φιλιά μου…

Και τότε το σώμα του άρχισε να φλέγεται,γονάτισε και εγινε στάχτη…

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Οι Διδασκαλίες,Διάλογος 2ος

Και αν το ψέμα ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο πριν την αλήθεια,και αν το ψέμα

διαφθείρει τις συνειδήσεις όλων πριν η αλήθεια φτάσει στα αυτιά τους,πάλι

η αλήθεια θα έρθει σαν ένας ήλιος και τότε θα καθαρίσει τον νου και την καρδιά τους.

– Η Μικρή Ασίζι,στον Shirance.

-Θυμάμαι ακόμη Μικρή Ασίζι που δάκρυζες για εμένα.Θυμάμαι που μου έλεγες να μην κρίνω.

Και εγώ έκρινα.Δίκαζα και καταδίκαζα,όχι μόνο τους άλλους αλλά και τον ίδιο μου τον εαυτό.

Την ίδια μου την καρδιά…

-Μα βλέπεις Shirance,όλοι περνάνε από τις καταιγίδες και τους ποταμούς λάβας της ζωής.Όλοι κρίνονται…μα όλοι!

Μόνο όσοι δεν έκριναν δεν θα κριθούν,εκείνοι που αγάπησαν τον άλλον σαν τον εαυτό τους και πιο πολύ…

-Εγώ έγινα ο Δράκος της Αγάπης,ο πρίγκιπας του πόνου και του πάθους.Όσα αγάπησα χάθηκαν,όσα λάτρεψα μου τα πήραν…

Τα χέρια μου έχουν σημαδευτεί με αίμα…που δεν ξεπλένεται.

Εγώ ακόμη προσεύχομαι για εκείνην…ακόμη προσεύχομαι για την καρδιά της και την γαλήνη της.

sun-james-jordan.jpg

Με αγκάλιασε τότε η Μικρή Ασίζι,και μου είπε:

-Η πραγματική αγάπη έρχεται μόνο μια φορά σε χίλιες ζωες…

Και με φίλησε στο μάγουλο,τρυφερά.Ένα μικρό παιδάκι που έβλεπε στην σκοτεινή καρδιά μου…

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Το Τέλος ,Μέρος 7ο.

Γιατί η καρδιά μου αισθάνεται τόσο άσχημα,γιατί η ψυχή μου θρηνεί για εμένα που είμαι ακόμα ζωντανός?

Γιατί πονάω τόσο,ενώ όλες μου οι επιλογές ήταν σωστές?Γιατί τα βράδια δακρύζω ενώ τα έχω όλα?Έχω όλη την γνώση,έχω όλα τα πλούτη,έχω όλα όσα θα ήθελε ποτέ κανείς,όσα βλέπει το μάτι μου…

Σκέψεις κενές και αόριστες χαμένες εκεί που κάποτε είχε κάποιος καρδιά.Έτσι είχε δομηθεί ο κόσμος του και έτσι ζούσε χρόνια τώρα.Και εκεί,σιωπηλά μέσα στα δάκρυα κατάλαβε..

March 19 at 7:15pm · Like · 1 person

 Έχω όλα όσα βλέπει το μάτι μου,μα δεν έχω τίποτα που να μπορεί να αγγίξει η καρδιά μου.Τίποτα που να μπορεί να χαϊδέψει την ψυχή μου και να την απαλύνει.

Πέρασαν έτσι οι νύχτες,και οι νύχτες γίναν μέρες,και οι μέρες μήνες,και οι μήνες χρόνια…Και κάποια στιγμή είπε ο Shirance…είπε ο Μέγας Θεόδωρος και είπε και ο μικρούλης Θοδωράκης…

“Εσύ πριγκίπισσα Ασίζι,εσύ βασίλισσα Σελένια,και εσύ δάσκαλε μου…Καταραμένοι όλοι να είστε!Κανείς σας δεν μου είπε ποτέ πόσο θα πονέσω!Οι διδασκαλίες σας δεν βοήθησαν πουθενά.Οι υποσχέσεις αγάπης και δόξας,όλα χάθηκαν.Είμαι ένας κόκκος ά…

See More

“Που είναι η αγάπη,που είναι η δικαιοσύνη,που είναι όλα αυτά που ονομάζουν οι Ουρανοί Νόμους?Που χάθηκαν οι ελπίδες όλων και γιατί με άφησες Θεέ Θεών,Βασιλέα Βασιλέων να χαθώ μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι…?”

Και σείστηκε το σύμπαν όλο,και χάθηκαν όλα τα πλούτη τους.Χάθηκε η σοφία του Μέγα,και η Δύναμη του Shirance.Έμεινε μόνο ο μικρούλης…μόνος,στο κέντρο του φωτός εκείνου που τον έλουζε και άκουσε τον Πατέρα να λέει…:

Δεν ζήτησες ποτέ βοήθεια από Εμένα.Γιατί με κατηγορείς παιδί μου?Μην ζητάς απολογία από Εμένα για τα λάθη που έχεις κάνει εσύ,μόνος σου επέλεξες αυτόν τον δρόμο και αυτήν την ζωή.?Μην ζητάς απολογία από Εμένα για τα λάθη που έχεις κάνει εσύ…

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,η Αρχή,Μέρος 11ο.

Ψεύτικος κόσμος,ψεύτικα όνειρα και όλοι αναζητάνε ένα κομμάτι στεριάς να σταθούν…

Και πουθενά δεν βρίσκεις στεριά,και φωνάζεις τα μοναχικά σου βράδια σε εκείνον τον Θεό που φαίνεται να σε εγκατέλειψε,που θα βρεις γαλήνη…

και μήτε τα άστρα,μήτε κανείς δεν απαντά…μα σε περιγελούν.Τι γαλήνη και τι αγάπη ψάχνεις σε αυτόν τον κόσμο που είσαι φυλακισμένος?Πόσο θα αντέξεις αυτήν την άνιση μάχη μέχρι να πέσει ςκαι να χαθείς σαν στάχτη στον αιώνιο άνεμο της ζωής…?

Και όλα σκοτεινιάζουν και τότε κατανοείς πόσο μόνος είσαι…μόνος μαζί με άλλους.Και θα τα αντάλλαζες όλα…μα όλα.Λεφτά,ομορφιά,δόξα…αρκεί να αισθανόσουν μια ειλικρινεί αγάπη σε έναν κόσμο που είναι ψεύτικος…εκεί που είσαι καταδικασμένος να ζήσεις για την υπόλοιπη θνητή ζωή σου….

Αυτά έλεγε ο Μέγας ξανά και ξανά,και δάκρυζε….και ο Θοδωράκης από δίπλα καθόταν αμίλητος.Άνοιξε την παλάμη του και αναρωτήθηκε πόση αγάπη χωράει εκεί μέσα…

‎”Θα κάνω κάτι για αυτό…” ,είπε και σηκώθηκε.Ευχήθηκε ο γέροντας για τον μικρούλι,και έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του…

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Ο Έρωτας,Μέρος 2ο.

Περιπλανήθηκα στις ερήμους αυτού του κόσμου,κενός,χωρίς καρδιά…

‎…και έφτασα στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού και εκεί στάθηκα.Παγωμένος,όπως ήταν και η ψυχή μου αιώνες τώρα.

Πίστευα ότι ο κόσμος ήταν χαμένος και κανείς δεν είχε καρδιά,μήτε μπορούσε να αισθανθεί.Βρήκα ένα μέρος που να αντιπροσωπεύει την πραγματική φύση του ανθρώπου σκέφτηκα.Και εκεί μέσα στο χιόνι έμεινα για χιλιετηρίδες.Χρόνια πάνω στα χρόνια και αιώνες πέρασαν έτσι,μοναχικά…με νύχτες γεμισμένες με δάκρυα καυτά που έλιωναν το χιόνι σαν πέφταν κάτω…

Ήμουν μια νιφάδα μέσα στην χιονοθύελλα του κόσμου.Απομονωμένη από όλες τις άλλες,μα μια νιφάδα που δεν έλιωνε ποτέ.Δεν ήξερε πως άλλωστε…Πως να λιώσει η καρδιά και να ζωντανέψει,σαν ένα μικρό πουλάκι που χαίρετε τον ήλιο μέσα στο κρύο?Πως να ζεσταθεί η ψυχή και να γίνει ένας ήλιος που ζεσταίνει τους πάντες γύρω του…

Τότε ήρθες εσύ,ένα κύμα,κύμα φωτιάς που έλιωσε την καρδιά μου με τα πράσινα του μάτια

,και με το άγγιγμα του με ζέσταινε πλέον.