Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Η Αρχή , Μέρος 60ο.

Από τα Εφτά αδέρφια ο μόνος που πάντα γεννιόταν σαν άνθρωπος ήμουν εγώ. Εξ αιτίας της αγάπησα το ανθρώπινο γένος και εξ αιτίας της πολέμησα κατά γιγάντων, δαημόνων μαζί με κάθε λογής αρνητική οντότητα.

Μεγάλωνα και μέχρι μία ηλικία ζούσα ξένοιαστα, ώσπου όταν ενηλικιωνόμουν μέσα σε μία νύχτα ξύπναγα άλλος, με όλες τις αναμνήσεις από όλες τις ζωές,πλέον φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο με πλήρη συνειδητοποίηση ότι αναζητάω ακόμη λύτρωση.

Έπασχα από το θανάσιμο αμάρτημα , εκείνο που μου έδωσε την ονομασία Μάστιγα της Απληστίας – μα η απληστία αυτή δεν ήταν για την ύλη.
Ήταν για όλα τα άλλα: ήθελα να είμαι πρώτος στις μάχες, πρώτος στις δόξες, πρώτος στην αναζήτηση για λύτρωση, πρώτος όμως και στην απώλεια, πρώτος στο να γευτώ πόνο, πρώτος στις τραυματικές εμπειρίες.

Ότι και να έκανα,ότι και να ζούσα,ότι και αν είχα ποτέ δεν ήταν αρκετό.

Τρωγόμουν μέσα μου, σε σημείο που έδενα τον εαυτό μου ώστε να μην παραφέρομαι και να μην τρώω τις σάρκες μου. Καθώς δεν είχα ανάγκη να φάω ή να πιω, απλά περιφερόμουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου εκείνου, δίνοντας μάχες χέρι με χέρι,ρίχνοντας τον εαυτό μου σε ηφαίστεια, πέφτοντας από γκρεμούς, πίνοντας βαρέλια ολόκληρα κρασί μήπως και μεθύσω…όλα αυτά ήταν μικρές εμπειρίες – κενές πλέον. Κενές εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Το πιο τραγικό ήταν ότι ακόμη και όταν με έδεσαν και με έσυραν στον Άδη για να με βασανίσουν, ώστε να παρακαλέσω για έλεος , τίποτα δεν έγινε.
Ούτε φώναζα, ούτε ζήτησα έλεος, ούτε αντιδρούσα σε χλευασμούς ή βασανιστήρια.

Κάποια στιγμή οι δαήμονες απόρησαν, αφού τίποτα δεν μπορούσε να μα κάνει να μαρτυρήσω και κάλεσαν τους βασιλείς τους.

Με εξέτασαν για μέρες , μήνες και χρόνια , δοκιμάζοντας τα πάντα άλλα μάταια.

Μία στιγμή τότε, σε ανύποπτο χρόνο τους είπα την αλήθεια : δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείτε να μου κάνετε, που να μην το έχω κάνει ήδη στον εαυτό μου. Αν ήθελα, θα έσπαγα τα δεσμά μου εδώ και καιρούς πολλούς, μα δεν βρίσκω νόημα σε τίποτα. Έμεινα εδώ για να με βασανίσετε, μήπως και η Απληστία μου ικανοποιηθεί, μα δεν γνώρισα νέο πόνο. Τίποτα…

Αναστέναξα,έσπασα τα δεσμά και έφυγα.

Δεν με κυνήγησε κανείς.

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Η Αρχή , Μέρος 60ο.

Από τα Εφτά αδέρφια ο μόνος που πάντα γεννιόταν σαν άνθρωπος ήμουν εγώ. Εξ αιτίας της αγάπησα το ανθρώπινο γένος και εξ αιτίας της πολέμησα κατά γιγάντων, δαημόνων μαζί με κάθε λογής αρνητική οντότητα.

Μεγάλωνα και μέχρι μία ηλικία ζούσα ξένοιαστα, ώσπου όταν ενηλικιωνόμουν μέσα σε μία νύχτα ξύπναγα άλλος, με όλες τις αναμνήσεις από όλες τις ζωές,πλέον φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο με πλήρη συνειδητοποίηση ότι αναζητάω ακόμη λύτρωση.

Έπασχα από το θανάσιμο αμάρτημα , εκείνο που μου έδωσε την ονομασία Μάστιγα της Απληστίας – μα η απληστία αυτή δεν ήταν για την ύλη.
Ήταν για όλα τα άλλα: ήθελα να είμαι πρώτος στις μάχες, πρώτος στις δόξες, πρώτος στην αναζήτηση για λύτρωση, πρώτος όμως και στην απώλεια, πρώτος στο να γευτώ πόνο, πρώτος στις τραυματικές εμπειρίες.

Ότι και να έκανα,ότι και να ζούσα,ότι και αν είχα ποτέ δεν ήταν αρκετό.

Τρωγόμουν μέσα μου, σε σημείο που έδενα τον εαυτό μου ώστε να μην παραφέρομαι και να μην τρώω τις σάρκες μου. Καθώς δεν είχα ανάγκη να φάω ή να πιω, απλά περιφερόμουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου εκείνου, δίνοντας μάχες χέρι με χέρι,ρίχνοντας τον εαυτό μου σε ηφαίστεια, πέφτοντας από γκρεμούς, πίνοντας βαρέλια ολόκληρα κρασί μήπως και μεθύσω…όλα αυτά ήταν μικρές εμπειρίες – κενές πλέον. Κενές εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Το πιο τραγικό ήταν ότι ακόμη και όταν με έδεσαν και με έσυραν στον Άδη για να με βασανίσουν, ώστε να παρακαλέσω για έλεος , τίποτα δεν έγινε.
Ούτε φώναζα, ούτε ζήτησα έλεος, ούτε αντιδρούσα σε χλευασμούς ή βασανιστήρια.

Κάποια στιγμή οι δαήμονες απόρησαν, αφού τίποτα δεν μπορούσε να μα κάνει να μαρτυρήσω και κάλεσαν τους βασιλείς τους.

Με εξέτασαν για μέρες , μήνες και χρόνια , δοκιμάζοντας τα πάντα άλλα μάταια.

Μία στιγμή τότε, σε ανύποπτο χρόνο τους είπα την αλήθεια : δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείτε να μου κάνετε, που να μην το έχω κάνει ήδη στον εαυτό μου. Αν ήθελα, θα έσπαγα τα δεσμά μου εδώ και καιρούς πολλούς, μα δεν βρίσκω νόημα σε τίποτα. Έμεινα εδώ για να με βασανίσετε, μήπως και η Απληστία μου ικανοποιηθεί, μα δεν γνώρισα νέο πόνο. Τίποτα…

Αναστέναξα,έσπασα τα δεσμά και έφυγα.

Δεν με κυνήγησε κανείς.

-Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Η Αρχή , Μέρος 60ο.

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Ο Έρωτας, Μέρος 22ο.

Τότε καθώς περπατούσαμε από δύο διαφορετικές πλευρές του κόσμου αυτού στιγμιαία συναντηθήκαμε.

Σταθήκαμε ο ένας απέναντι από τον άλλον,δεν μιλήσαμε,δεν είχαμε κάτι να πούμε. Με ήξερε και την ήξερα.

Άπλωσα το χέρι μου, άφησε το δικό της πάνω στο δικό μου και περπατήσαμε μαζί για ώρα.

“Θα σου πω μία ιστορία για εμάς. Εγώ περπάτησα στα άστρα για ζωές ολόκληρες μόνος,ώσπου εσύ με φώναξες. Ήξερες το όνομα μου, ακόμη και εγώ σχεδόν το ξέχασα. Πρωτοσυναντηθήκαμε στην αρχαία Γη και ήσουν ο λόγος που έπαιρνα πάντα ανθρώπινες μορφές.

Τότε που ήμουν άνθρωπος με τάιζες, με πρόσεχες, με αγκάλιαζες. Βέβαια ήμουν αθάνατος στην ουσία μου, δεν είχα ανάγκη τίποτα, ο θάνατος ήταν άγνωστο φαινόμενο για εμένα, όμως τα δεχόμουν όλα γιατί τα έκανες από καθαρή αγάπη.

Πόσες δεκαετίες περπατήσαμε μαζί, τις πιο πολλές φορές σιωπηλά. Σου είχα απαγορέψει να κοιτάς τα μάτια μου, το ένα βλέπει πάντα την Άβυσσο και εκεί θα χανόσουν, το άλλο βλέπει πάντα τον θρόνο Του και εκεί θα τυφλωνόσουν. Δεν ήσουν ακόμη για αυτά…

Μία μέρα έπεσα σε λήθαργο βαρύ και κοιμήθηκα για χρόνια ολόκληρα, εσύ με πρόσεχες. Δεν ήταν ανάγκη, δεν το ήξερες – μα και να το ήξερες το ίδιο θα έκανες. Όταν ξύπνησα δεν ήσουν πλέον εκεί.

Οι δαήμονες που με μίσησαν σε πήραν μακριά μου, σε έκλεισαν στα βάθη της γης για να τιμωρήσουν εμένα. Σε βρήκα γρήγορα, σε πήρα πίσω μα τότε ήταν που συνειδητοποίησα πόσο σε αγαπούσα!

Όταν ξύπνησες την πρώτη φορά με κοίταξες, μέιναμε έτσι για ώρες, μήνες και χρόνια. Πλέον μπορούσες να δείς όσα εγω, μέσα στα μάτια μου, μέσα στην καρδιά μου.

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Η αρχή,Μέρος 99.

Θυμάμαι τότε ο Ήλιος ήταν ακόμη παιδί και για να με επισκέπτεται έπαιρνε άλλη μορφή και ερχόταν δίπλα μου και συζητούσαμε για ώρες.

Εκείνες τις εποχές δεν είχα σαρκωθεί στον κόσμο αυτόν και η μοναξιά με έτρωγε, έδωσε τότε ο καλός Θεός σε εμένα μια παρέα να έχω μέχρι να μεγαλώσω λίγο.

Συζητούσαμε για ώρες κάθε φορά, τι έβλεπε τις νύχτες που εγώ κοιμόμουν και τι σκοπό είχα, που ήθελα να πάω και πόσο θα λείπαμε ο ένας στον άλλον.

Κάποιες φορές μου περιέγραφε πράγματα που δεν φανταζόμουν καν ότι μπορούσαν να υπάρχουν, και μορφές ζωής παράξενες για τα τότε δικά μου δεδομένα.

Έτσι πέρασαν περισσότερα από μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια και πλέον ήμουν έφηβος.

Πήρε τότε εκείνος την μορφή του μικρού παιδιού, τον αγκάλιασα μια τελευταία φορά και τότε άκουσα Τον Πατέρα να με φωνάζει το όνομα μου…

Ήταν ώρα να φύγω.

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Μέρος ???.

Ζαλισμένος άκουγα φωνές … ουρλιαχτά , ήχους αγωνίας και πόνου.
Δεμένος ήμουν σε πόδια μα και χέρια,με στόμα κλειστό καθώς ένας δαίμονας με μορφή μινοταυρου με έσερνε.
Αν δεν αναγνώριζα αυτή την αποκρουστική μυρωδιά της φωτιάς,του θειαφιού και της πνευματικής πτώσης που καίει την σάρκα,δεν θα ήξερα ότι έχω πεθάνει και βρίσκομαι ξανά στον Άδη.

Η μνήμες μου επέστρεφαν ξανά, συνειδητοποιούσα ότι στην μάχη μου κατά των θεών του Χάους έχασα. Δεν κράτησα τον λόγο μου να μην νικηθώ ποτέ, τι ντροπή αφού δεν μπόρεσα να κρατήσω τοην υπόσχεση μου στην μικρή Ασίζι.

Από κάθε σημείο που περνούσα, όλα τα βασανιστήρια σταματούσαν καθώς οι δαίμονες με αναγνώριζαν και ζητούσαν αυτό που έβλεπαν για δικό τους:
Τον πιο δυνατό από τους αντιπάλους τους, εκείνον που τους γονάτισε και κατέστρεψε πολλούς δαιμονικούς παραδείσους, εκείνον που τους έστειλε πίσω στον Άδη, εκείνον που τους στέρησε την απόλαυση της Απώλειας.

-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*
Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα τέλος, εκεί με έδεσαν πιο δυνατά και ξεκίνησαν να με κτυπούν,ουρλιάζοντας και γρυλίζοντας, προκαλώντας με να κάνω κάτι.
Δεν αντιδρούσα , λυσούσαν πιο πολύ χτυπώντας με πιο δυνατά.

Το αθάνατο σώμα μου πονούσε, καθώς κάθε στιγμή αναγεννιόταν και επούλωνε την κάθε πληγή , το κάθε σημάδι. Το μαρτύριο αυτό δεν τελείωνε, εγώ χαμένος μεταξύ πόνου και απώλειας, μουρμουρουσα πράγματα που δεν θα ήθελα να θυμάμαι, χωρίς καμία αντίδραση.

Μου άξιζε αυτό που ζούσα ,δίχως τελειωμό και δίχως αρχή, μια κατάσταση που κανείς δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ.

Τότε σταμάτησαν απότομα όλα, ο πόνος χάθηκε. Ένιωσα λίγο το σώμα μου ξανά, ανασηκώνοντας την κεφαλή μου είδα τον Μεφιστοφελή και τον Βαάλ μπροστά μου.
Θέαμα που θα τρόμαζε πολλούς, εμένα μου ήταν αδιάφορο.

Ξεκίνησαν ξανά τα βασανιστήρια, οι δαίμονες χειροκροτούσαν τους βασιλείς τους.

Είπε τότε ο Μεφιστοφελής ,ότι σύντομα θα ανέβαινε πάνω ξανά και θα έφερνε τέλος σε όσα έκανα,μαζί και την ζωή της μικρής πριγκίπισσας.

“Είσαι εδώ , δεμένος στον Άδη να βασίζεσαι από εμάς είς τον αιώνα. Κανένας θεός και κανένας …πατέρας δεν θα σε σώσει από εδώ.” είπε και γέλασε βροντερά.

Μέχρι να σταματήσει, δεν ήμουν πλέον στην θέση μου δεμένος και αβοήθητος, αλλά μπούστα του – αρπάζοντας το κεφάλι του και συντρίβοντας το στο έδαφος με τέτοια δύναμη που σείστηκε όλος ο Αδης συθέμελα.

“Κάποτε πήρατε από εμένα ότι αγαπούσα, δεν θα επιστρέψω ξανά κάτι τέτοιο. Να θυμάστε βρωμεροί,δεν είμαι εγώ καταδικασμένος εδώ κάτω με εσάς. Εσείς είστε καταδικασμένοι σε αφανισμό εδώ κάτω από εμένα!”

Τυφλωμένος από οργή, σε βαθμό τέτοιον που δεν έιχα ξαναζήσει, έφτασα ξανά στον άνω κόσμο. Όλα φάνηκαν σαν μια στιγμή, από τον δευτερόλεπτο που απώλεσα τον Μεφιστοφελή μέχρι την στιγμή που έσφαξα τον τελευταία δαίμονα και έφτασα πάνω. Είχαν όμως περάσει 2.500 χρόνιακαι τίποτα δεν ήταν ίδιο…

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Οι Μάχες, Μέρος 82ο.

Και τότε η Σκοτεινή Βασίλισσα έδειξε με το δάχτυλο της εμένα, υψωμένη πάνω στα τοίχοι του κάστρου της. Ψιθύρισε κάτι, λόγια βλάσφημα και γιγαντώθηκε παίρνοντας την μορφή ενός αρχαϊκού δαήμονα φτιαγμένου από μαύρο μάνα.

Με ταχύτητα ερχόταν κατά πάνω μου οι μαθητές μου έκαναν να την εμποδίσουν μα ήταν τόσο αδύναμοι μπροστά της, σαν μικρά παιδάκια. Βρέθηκαν όλοι βαριά χτυπημένοι σε σημεία διάφορα μη μπορώντας να πιστέψουν ότι συνέβαινε εκείνη την στιγμή.

“Φυσικά και είσαι τόσο δυνατή. Ήσουν γυναίκα μου άλλωστε..”

Δεν είχα κινηθεί καθόλου και σε δευτερόλεπτα ήταν μπροστά μου. Όλο το μαύρο μάνα σαν σύννεφο με τύλιξε και μπήκε μέσα μου από τα ρουθούνια και με γέμιζε διαρκώς μέχρι που έμεινε από αυτήν μόνο η θνητή της μορφή.

Κάτι χάθηκε από μέσα μου, δεν ήξερα τι.

Και εκείνη τότε έκανε επίθεση, λεπίδα εναντίον της ρομφαίας μου.
Μαγεία εναντίον της αφθαρσίας μου σε αυτήν.
Οργή εναντίον της σιωπής μου.
Και θάνατος εναντίον της αθανασίας μου.

Τότε κατάλαβα, δεν ήμουν αθάνατος πλέον,αυτό έκανε!

Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι άλλαξε ένιωσα ένα βέλος να καρφώνεται στο στήθος μου και μια λεπίδα να κόβει το στομάχι μου.

“Πονάω…αλλά σαν απλός θνητός. Πρωτόγνωρος πόνος για εμένα…Κάτι με ανησυχεί.”

Σκόρπιες σκέψεις,εγώ να κείτομαι και να ξεψυχάω.

Ήρθε εκείνη και μίλησε στο σχεδόν άψυχο κουφάρι μου:
“Κάθε φορά θα θανατώνεσαι και κάθε φορά θα χάνεις και μέρος σου. Ώσπου στο τέλος δεν θα έχεις τίποτα. Και όσοι πολέμησες,όσοι νίκησες και το δαιμονικό γένος μετ’αυτων θα έρθει να σε βρει στην πιο αδύναμη στιγμή σου…”

Όλα μαύρα.

Παιδικές φωνές,λίγο κλάμα.

Ξαναγεννήθηκα…