Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Η αρχή,Μέρος 99.

Θυμάμαι τότε ο Ήλιος ήταν ακόμη παιδί και για να με επισκέπτεται έπαιρνε άλλη μορφή και ερχόταν δίπλα μου και συζητούσαμε για ώρες.

Εκείνες τις εποχές δεν είχα σαρκωθεί στον κόσμο αυτόν και η μοναξιά με έτρωγε, έδωσε τότε ο καλός Θεός σε εμένα μια παρέα να έχω μέχρι να μεγαλώσω λίγο.

Συζητούσαμε για ώρες κάθε φορά, τι έβλεπε τις νύχτες που εγώ κοιμόμουν και τι σκοπό είχα, που ήθελα να πάω και πόσο θα λείπαμε ο ένας στον άλλον.

Κάποιες φορές μου περιέγραφε πράγματα που δεν φανταζόμουν καν ότι μπορούσαν να υπάρχουν, και μορφές ζωής παράξενες για τα τότε δικά μου δεδομένα.

Έτσι πέρασαν περισσότερα από μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια και πλέον ήμουν έφηβος.

Πήρε τότε εκείνος την μορφή του μικρού παιδιού, τον αγκάλιασα μια τελευταία φορά και τότε άκουσα Τον Πατέρα να με φωνάζει το όνομα μου…

Ήταν ώρα να φύγω.

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Μέρος ???.

Ζαλισμένος άκουγα φωνές … ουρλιαχτά , ήχους αγωνίας και πόνου.
Δεμένος ήμουν σε πόδια μα και χέρια,με στόμα κλειστό καθώς ένας δαίμονας με μορφή μινοταυρου με έσερνε.
Αν δεν αναγνώριζα αυτή την αποκρουστική μυρωδιά της φωτιάς,του θειαφιού και της πνευματικής πτώσης που καίει την σάρκα,δεν θα ήξερα ότι έχω πεθάνει και βρίσκομαι ξανά στον Άδη.

Η μνήμες μου επέστρεφαν ξανά, συνειδητοποιούσα ότι στην μάχη μου κατά των θεών του Χάους έχασα. Δεν κράτησα τον λόγο μου να μην νικηθώ ποτέ, τι ντροπή αφού δεν μπόρεσα να κρατήσω τοην υπόσχεση μου στην μικρή Ασίζι.

Από κάθε σημείο που περνούσα, όλα τα βασανιστήρια σταματούσαν καθώς οι δαίμονες με αναγνώριζαν και ζητούσαν αυτό που έβλεπαν για δικό τους:
Τον πιο δυνατό από τους αντιπάλους τους, εκείνον που τους γονάτισε και κατέστρεψε πολλούς δαιμονικούς παραδείσους, εκείνον που τους έστειλε πίσω στον Άδη, εκείνον που τους στέρησε την απόλαυση της Απώλειας.

-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*
Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα τέλος, εκεί με έδεσαν πιο δυνατά και ξεκίνησαν να με κτυπούν,ουρλιάζοντας και γρυλίζοντας, προκαλώντας με να κάνω κάτι.
Δεν αντιδρούσα , λυσούσαν πιο πολύ χτυπώντας με πιο δυνατά.

Το αθάνατο σώμα μου πονούσε, καθώς κάθε στιγμή αναγεννιόταν και επούλωνε την κάθε πληγή , το κάθε σημάδι. Το μαρτύριο αυτό δεν τελείωνε, εγώ χαμένος μεταξύ πόνου και απώλειας, μουρμουρουσα πράγματα που δεν θα ήθελα να θυμάμαι, χωρίς καμία αντίδραση.

Μου άξιζε αυτό που ζούσα ,δίχως τελειωμό και δίχως αρχή, μια κατάσταση που κανείς δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ.

Τότε σταμάτησαν απότομα όλα, ο πόνος χάθηκε. Ένιωσα λίγο το σώμα μου ξανά, ανασηκώνοντας την κεφαλή μου είδα τον Μεφιστοφελή και τον Βαάλ μπροστά μου.
Θέαμα που θα τρόμαζε πολλούς, εμένα μου ήταν αδιάφορο.

Ξεκίνησαν ξανά τα βασανιστήρια, οι δαίμονες χειροκροτούσαν τους βασιλείς τους.

Είπε τότε ο Μεφιστοφελής ,ότι σύντομα θα ανέβαινε πάνω ξανά και θα έφερνε τέλος σε όσα έκανα,μαζί και την ζωή της μικρής πριγκίπισσας.

“Είσαι εδώ , δεμένος στον Άδη να βασίζεσαι από εμάς είς τον αιώνα. Κανένας θεός και κανένας …πατέρας δεν θα σε σώσει από εδώ.” είπε και γέλασε βροντερά.

Μέχρι να σταματήσει, δεν ήμουν πλέον στην θέση μου δεμένος και αβοήθητος, αλλά μπούστα του – αρπάζοντας το κεφάλι του και συντρίβοντας το στο έδαφος με τέτοια δύναμη που σείστηκε όλος ο Αδης συθέμελα.

“Κάποτε πήρατε από εμένα ότι αγαπούσα, δεν θα επιστρέψω ξανά κάτι τέτοιο. Να θυμάστε βρωμεροί,δεν είμαι εγώ καταδικασμένος εδώ κάτω με εσάς. Εσείς είστε καταδικασμένοι σε αφανισμό εδώ κάτω από εμένα!”

Τυφλωμένος από οργή, σε βαθμό τέτοιον που δεν έιχα ξαναζήσει, έφτασα ξανά στον άνω κόσμο. Όλα φάνηκαν σαν μια στιγμή, από τον δευτερόλεπτο που απώλεσα τον Μεφιστοφελή μέχρι την στιγμή που έσφαξα τον τελευταία δαίμονα και έφτασα πάνω. Είχαν όμως περάσει 2.500 χρόνιακαι τίποτα δεν ήταν ίδιο…

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Οι Μάχες, Μέρος 82ο.

Και τότε η Σκοτεινή Βασίλισσα έδειξε με το δάχτυλο της εμένα, υψωμένη πάνω στα τοίχοι του κάστρου της. Ψιθύρισε κάτι, λόγια βλάσφημα και γιγαντώθηκε παίρνοντας την μορφή ενός αρχαϊκού δαήμονα φτιαγμένου από μαύρο μάνα.

Με ταχύτητα ερχόταν κατά πάνω μου οι μαθητές μου έκαναν να την εμποδίσουν μα ήταν τόσο αδύναμοι μπροστά της, σαν μικρά παιδάκια. Βρέθηκαν όλοι βαριά χτυπημένοι σε σημεία διάφορα μη μπορώντας να πιστέψουν ότι συνέβαινε εκείνη την στιγμή.

“Φυσικά και είσαι τόσο δυνατή. Ήσουν γυναίκα μου άλλωστε..”

Δεν είχα κινηθεί καθόλου και σε δευτερόλεπτα ήταν μπροστά μου. Όλο το μαύρο μάνα σαν σύννεφο με τύλιξε και μπήκε μέσα μου από τα ρουθούνια και με γέμιζε διαρκώς μέχρι που έμεινε από αυτήν μόνο η θνητή της μορφή.

Κάτι χάθηκε από μέσα μου, δεν ήξερα τι.

Και εκείνη τότε έκανε επίθεση, λεπίδα εναντίον της ρομφαίας μου.
Μαγεία εναντίον της αφθαρσίας μου σε αυτήν.
Οργή εναντίον της σιωπής μου.
Και θάνατος εναντίον της αθανασίας μου.

Τότε κατάλαβα, δεν ήμουν αθάνατος πλέον,αυτό έκανε!

Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι άλλαξε ένιωσα ένα βέλος να καρφώνεται στο στήθος μου και μια λεπίδα να κόβει το στομάχι μου.

“Πονάω…αλλά σαν απλός θνητός. Πρωτόγνωρος πόνος για εμένα…Κάτι με ανησυχεί.”

Σκόρπιες σκέψεις,εγώ να κείτομαι και να ξεψυχάω.

Ήρθε εκείνη και μίλησε στο σχεδόν άψυχο κουφάρι μου:
“Κάθε φορά θα θανατώνεσαι και κάθε φορά θα χάνεις και μέρος σου. Ώσπου στο τέλος δεν θα έχεις τίποτα. Και όσοι πολέμησες,όσοι νίκησες και το δαιμονικό γένος μετ’αυτων θα έρθει να σε βρει στην πιο αδύναμη στιγμή σου…”

Όλα μαύρα.

Παιδικές φωνές,λίγο κλάμα.

Ξαναγεννήθηκα…

Τα επικά του Μέγα Θεόδωρου,Οι διδασκαλίες, Μέρος #4880

Τότε είπα στους μαθητές μου το εξής:
Δεν λογίζεται άνθρωπος να αγαπάει τον Θεό και μην αγαπάει την κτίση όλην,πόσο μάλλον τον αδερφό του. Και δεν λογίζεται άνθρωπος να φτάσει στην θέωση αν δεν κάνει την Αγάπη πράξη

Και τι είναι η Αγάπη?

Να δώσεις λίγο από τον χρόνο σου για να ακούσεις τον πόνο του άλλου, να δώσεις λίγο προσευχή για εκεί όπου αυτή χρειάζεται και να δώσεις μια αγκαλιά σε εκείνον που πονάει.

-Τα επικά του Μέγα Θεόδωρου,Οι διδασκαλίες, Μέρος #4880

Τα Επικα του Μεγα Θεόδωρου,Οι Μαχες,μέρος 4ο.

Είσαι έτοιμος μικρέ?” είπε ο δάσκαλος μου και για πολλούς αιώνες πατέρας μου. Με θανάσιμες πληγές στο σώμα και με προχωρημένη ηλικία πλέον ήταν εκεί,στεκόταν αγέρωχος και δεν με κοίταξε. Κοίταξε λίγο δεξιά,λίγο αριστερά και γέλασε λίγο. ΟΙ εχθροί μας δεν ήταν τίποτα παρά προβολές όντων του πραγματικού κόσμου, σε ένα παιχνίδι που θα χάναμε. Ο κάθε ένας μας είχε έναν ρόλο να παίξει, και όσοι ήταν διατεθειμένοι να πάνε παραπέρα μπορούσαν. Πως όμως νικάς κάποιον που εδώ είναι προβολή και δεν μπορείς να χτυπήσεις την πραγματική ύπαρξη του?

Αυτά σίγουρα τα είχε σκεφτεί και ο πατέρας μου τότε, άλλωστε σε αντίθεση με εμένα εκείνος επέλεξε να ενσαρκωθεί ξανά και πολλές φορές. Τότε μονολογώντας είπε: “Τίποτα δεν υπάρχει και ότι υπήρξε θα υπάρξει,και ότι θα υπάρξει στο μέλλον θα υπάρχει και στο παρελθόν. Ο κόσμος αυτός δεν είναι υπαρκτός, και ζημία μπορείς να κάνεις από εδώ στο εκεί ,το δικό τους εκεί…

Μονομιάς έπιασε τον αέρα με το ένα χέρι σαν να ήταν νερό, σαν να ήταν μανδύας και με το άλλο έδωσε τόσο δυνατή γροθιά στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που κοιτούσε που ράπισε η ύπαρξη και ο ψεύτικος κόσμος,ράγισε ο αέρας!

Στην μία πλευρά η ύπαρξη σχίστηκε σε κομμάτια σε απόσταση πολλών χιλιάδων ετών φωτός και στην άλλη ωστικά κύματα κατέστρεψαν κατά σειρά χτυπώντας τις μορφές όλων των προβολών όσων είχαν το σημάδι των εχθρών μας.Δεν έμειναν και πολλά να κάνω εγώ,είχα καθίσει πιο πέρα ατάραχος. Δεν ήταν ότι δεν ήξερα την δύναμη του,μπορούσα και εγώ να κάνω παρόμοια πολλά,όχι σε τόσο δύναμη ή ένταση αλλά είχα και εγώ την δική μου ιστορία.

Αποδεκατισμένα και κομματιασμένα τα σώματα ων εχθρών μας κοιτούσαν πριν χαθούν.

 

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω…

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω. Είχα κάνει ετοιμασίες βέβαια,αλλά εμφανίστηκες ξαφνικά και είπες ήταν για λίγο.
Και κάθε χρόνος ήταν ένα μαρτύριο για εμάς,για το πότε θα πάμε μακριά από όλους και όλα,κάπου μην μας βλέπει κανείς,μην μας ακούει κανείς…ξεχασμένοι από τον κόσμο και τα ψέματα του.
Με κάρφωνες με τα μάτια σου,όσο μακριά και αν ήμουν και ντρεπόμουν να μην σε κοιτάξω.
Κάποιες φορές εύχομαι να έρθεις έξω από τα πάντα κλειστά παντζούρια μου και να μου πεις “σήκω,φεύγουμε.”
Να βγάλω μια ετυμηγορία για όσους με αδίκησαν και με πίκραναν,μια για όσους με βοήθησαν και χωρίς να με πουν φίλο η αδερφό ήταν εκεί,να την δώσω στον Θεό και να φύγουμε.
Νιώθω πάντα ένα βάρος από τις στιγμές μαζί σου,όλα τα συναισθήματα και όλες τις εικόνες.
Αυτά δεν σβήνονται,ποτέ.