::Κάπου εκει, εσύ και εγώ::

Και εκεί καθόμασταν εσύ και εγω,
κοιτώντας τον ουρανό χωρίς να μιλάμε.

Αναπολώντας τις εποχές που οι άνθρωποι ήμασταν αθάνατοι,
δεμένοι από αυτό που χάθηκε και εκείνο που θα ερχόταν.

Ο κόσμος γύρω μας βουβός συνάμα κενός,
μιλούσε και τραγουδούσε για την αγάπη και τον έρωτα,
μα τίποτα από αυτά δεν έβρισκαν,
καταδικασμένοι να μην τα ζήσουν ποτέ.

Και εμείς οι δύο δεν μιλούσαμε για αυτά,
ούτε τραγουδούσαμε για αυτά,
μα μόνο σου έδειχνα τα αστέρια και τα φεγγάρια που έφτιαχνα τις νύχτες,
εσύ με ρωτούσες τα ονόματα τους και τις ηλικίες τους.

Τι να συζητήσουμε αφού όλα έδειχναν τον έρωτα μας…

(ΜΘ 12/2/2018)

::Τι έχει μείνει από την αγάπη::

Σου ψιθυρίζω είμαι εδώ,
έλα κοντά μου – αυτό το βράδυ νιώθω μόνος,
όμως είναι ψέμα,
κάθε βράδυ μακριά σου είμαι μόνος.

Και τι έμεινε από την αγάπη μας,
κάτι που έφυγε μακριά,
το κοριτσάκι εκείνο ακόμη τις μέρες μόνο κυνηγά,
όνειρα και υποσχέσεις άπιαστα μα τόσο κοντινά.

Μαζί μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα,
η αιώνα ζωή μας μόλις είχε ξεκινήσει,
όλα τόσο απότομα μόνο και μόνο για να σταματήσει,
δεν μας ένοιαζε τίποτα αφού ο κόσμος δεν μπορούσε να μας λυπήσει.

Άλλη μία μέρα με ένα όνειρο κενό,
στέκομαι πάνω στην γέφυρα μεταξύ ζωής και θανάτου ακροβατώ,
ακόμη θυμάμαι μέρες που περπατούσαμε μαζί κάτω από τον ήλιο,
για να συναντήσουμε το φεγγάρι,
να δροσιστούμε από άλλον ίσκιο.

Και τώρα απλά αναρωτιέμαι τι να έχει μείνει από εκείνη την αγάπη.

::Μην με αφήσεις ποτέ::

Και σου ζητάω μην με αφήσεις μόνο,
όχι ποτέ ξανά.

Και σου ζητάω μην με πονάς με τρόπο τέτοιον,
όχι ποτέ ξανά.

Καθώς όλα κλείνουν και πόρτες ζωής χάνονται,
εγώ στο τέλμα όλων θέλω εσένα.

Μην με αφήνεις να κάνω το ίδιο λάθος ξανά,
μην με αφήνεις να θυμάμαι τις ίδιες καταστάσεις ξανά,
σιωπηλά σου λέω δεν έχω νοιώσει τόσο χαμένος σε τόσες ζωές.

Και σου ζητάω μην αφήσεις να ξαναπώ τα λόγια εκείνα,
και σου ζητάω μην με αφήσεις να χαθώ ξανά,
χωρίς εσένα σε μάτια κενά,
χωρίς ουσία σε δρομάκια σκοτεινά…

Αφιερωμένο.

::Ζούμε::

Ζούμε σαν αναμνήσεις,
μιας κάποτε μεγάλης αγάπης,
σκιές σε ένα μπαλκόνι,
ατενίζοντας το άπειρο και κενό.

Και εσύ είσαι καλύτερα χωρίς εμένα,
εγώ χαμένος σε άστρα σκοτεινά,
ζώντας διαρκώς σε ένα νεκρό παρελθόν,
χωρίς ψεύτικές ελπίδες για πράγματα ζωντανά.

Θυμάμαι εκείνο το κορίτσι,
με πράσινα μάτια να μου χαμογελά,
ζει ακόμη στην καρδιά μου,
μα έχω μέσα μου τόσα κενά…

::Όταν κουραστεί η ψυχούλα μου::

Θα με αναγνωρίσεις χωρίς μαλλιά,
με τα ίδια τρία σκουλαρίκια,
στο ένα μου χέρι θα κρατώ όνειρα,
στο αλλο μετάνοια – του Παραδείσου χώμα και χαλίκια.

Να κατεβείς σαν βασιλιάς,
να σηκωθείς σαν ήλιος,
να ζωντανέψει ο κόσμος όλος,
και στον Άδη ο αγαπημένος μου κήπος.

Θεέ μου μαζί μου να είσαι τιμωρός,
να είσαι και φίλος παιχνιδιάρης,
και όταν κουραστεί από τον κόσμο η ψυχούλα μου,
να έρθεις να μου την πάρεις.

-Εκ του Μέγα Θεόδωρου.

::Χθες::

::Χθες::
Δεν έχει σημασία εν τέλι τι σκεφτόμαστε,
μέσα μας βράζουμε – συχνά τσακωνόμαστε,
είναι τόσο μάταια όλα όταν σε αγκαλιάζω και κοιμάσαι εκεί,
μόνος πάντα εγώ πλέον μονή και εσύ.
Και υπάρχουν φορές που με θαυμασμό με κοιτούσες,
πάντα ότι ήμουν δεχόσουν και χωρίς ντροπή χαμογελούσες,
στιγμές περάσαν έτσι πολλές – τώρα πλέον πολύ μακρινές,
όμως σε βλέπω ακόμη ομόφραινεις , όλα σαν να ήταν χθες.