Είπα τότε στην μικρή να σταματήσουμε.

Είπα τότε στην μικρή να σταματήσουμε.

-Κάτσε λίγο εδώ δίπλα που θα κάτσω και εγώ.

Έγνεψα και της έδειξα ένα δέντρο.

Καθίσαμε και οι δύο, από κάτω ήταν πόλεις ολόκληρες και φώτιζαν μέσα στην νύχτα, η δε βουή τους δεν άφηνε τους κεκοιμημένους να ξεκουραστούν.

-Ξέρεις τι λείπει από τον κόσμο κάτω μας?
Καρδιά!
Γλυκά,εσώρουχα,πίτες,παιχνίδια,κοσμήματα…όλα έχουν σχήμα καρδιάς! Ποιος άραγε να σκέφτηκε ότι η καρδιά μοιάζει έτσι?

-Και με τι μοιάζει?

-Με τι μοιάζει?

Κοίταξα τα χέρια μου, τα είχα βουτήξει τόσες φορές μέσα σε αίμα. Πόσο ντρεπόμουν.

-Μοιάζει με γροθιά! Με γροθιά βουτηγμένη σε αίμα και πόνο. Βασανισμένη ύπαρξη, ζει δάκρυα,στεναγμούς, λύπες, οδύνες…ενίοτε ζει και χαρές με μικρές στιγμές δροσιάς,απαλότητας και τρυφερότητας. Τότε ανασαίνει λίγο!

-Και όλα αυτά τι σχήμα έχουν? ρώτησε η μικρή.

-Έχουν το σχήμα της ζωής. Αυτό να το θυμάσαι!

Η μικρή νύσταζε, την πήρα αγκαλιά και καθώς κοιμόταν ξεκίνησα τον δρόμο του γυρισμού. Η πατρίδα μας περιμένει…

Αναμνήσεις ενός μεγάλου αυτοκράτορα (εμένα) μέρος 633:

Συχνα ευχομουν σε ολους χρονια καλα.Ποτε πολλα.Ωσπου με ρωτησε ενας μαθητής μου μια φορα…

“διδασκαλε,γιατι παντα καλα και οχι πολλα?”

“ΓΙΑΤΙ ΑΝΟΗΤΕ,ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΑΣ.ΤΙ ΝΑ ΕΥΧΗΘΩ,ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΊΝΑΙ ΗΔΗ?”

Και έπειτα καθόμουνα πάλι στο τραπέζι γέλαγα βροντερά και συνέχισα να πίνω..

Περπατούσαμε με τον Πατέρα

Περπατούσαμε με τον Πατέρα και κάθε συνάντηση ήταν ένα ταξίδι.
Συχνά Εκείνος καθόταν στην άμμο και εγώ στην άκρη της θάλασσας άπλα αγναντευότας το απειρο, κάποιες φορές έβρεχα τα πόδια μου λίγο και μετά περπατούσαμε μαζί και μιλούσαμε μέχρι να δύσει ο ήλιος.

Άλλες φορές , όταν με κοιτούσε και ήταν βράδυ ύψωνα τα χέρια μου και μέχρι το πρωί άνοιγα την καρδιά μου σε όλον τον κόσμο προσευχομενος. Τότε πέραν από τις προσευχές που ύψωνα , έφτιαχνα και μικρά φεγγάρια.

 

Οταν ολοκλήρωνα ένα, περπατούσαμε μαζί Του σε εκείνο και το κάθε ένα που είχα φτιάξει ήταν διαφορετικό: Άλλα ήταν κήποι, κάποια ήταν σαν νησιά και άλλα ήταν παλάτια.

Κάποια στιγμή με ρώτησε σε έναν περίπατο μας:

-Παιδί μου γιατί και για ποιον τα φτιάχνεις ολα αυτά?

-Μα για να έρχονται οι φίλοι μου και να με επισκέπτονται!

-Και έχεις πολλοίς φίλους?

-Τον κόσμο όλον!

-Και αν κάποιος δεν σε θέλει για φίλο του και σε πονέσει?

-Είναι το ίδιο πράγμα όπως με Εσένα Πατέρα. Όλους τους αγαπάς,μα δεν δέχονται όλοι την Αγάπη Σου.

Ικανοποιημένος από την απάντηση μου με έλουζε τότε με το Φως Του, όπως και άλλες φορές βέβαια. Και εγώ ο μικρός, γινόμουν ένας θεός, άλλωστε τα παιδιά μοιάζουν τω γονέων τους, έτσι δεν είναι?

-Εκ του Μεγα Θεοδωρου

Με ρώτησες ποτε θα ξανασυμβεί να περπατήσουμε μαζί.

Με ρώτησες ποτε θα ξανασυμβεί να περπατήσουμε μαζί.
“Οταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε τον κόσμο και να καούμε μέσα στο πάθος ολοκληρωτικά. Τότε και μόνο έρωτα μου…”
Και ο καθένας μας ξεκίνησε για τον γύρο του κόσμου μέχρι να συναντηθούμε στην μέση ξανά.

Ξύπνησα, όλα ήταν διαφορετικά..

Ξύπνησα, όλα ήταν διαφορετικά. Ακόμη δεμένος από την φρικτή αυτήν ασθένεια – θνησιμότητα.
Βγήκα λίγο έξω, άκουγα την φωνή να λέει “Περίμενε για εμένα,λίγο ακόμη..” και περπατούσα.

Νοσταλγία, για τι όμως?

Θυμάμαι κάποια πράγματα όχι όμως όλα εκείνα που θα μου έδιναν ικανοποιητικές απαντήσεις.
Ψάχνω για κάτι,κάτι που με κάνει να τρώγομαι και όταν πλησιάζω κοντά χάνεται.

Βρίσκομαι σε ένα μέρος ψηλά,πως βρέθηκα εδώ, σε τι διάστημα και γιατί δεν ξέρω. Κοιτάω από κάτω, βλέπω όλη την πόλη και χιλιάδες φωτιές.
Κάθε φωτιά, μία ψυχή που θέλει τον άνεμο της αλλαγής αλλά δεν βρίσκει αυτό π[ου θέλει πουθενά.

Γελάω δυνατά και ύστερα σωπαίνω,απότομα και παγωμένα..δακρύζω.

Είναι τόσες λίγες οι ψυχές που βλέπω ότι θα σωθούν,η Αριμανιστική προσέγγιση έχει ρημάξει τον κόσμο – ξερή γνώση που δεν έχει κέντρο τον άνθρωπο, ψεύτικα χαμόγελα που σύντομα θα πάψουν να υπάρχουν,κενές απολαύσεις.

Το πρωί με βρίσκει σε κάποια περιοχή όπου ζουν ευκατάστατα σώματα νεκρωμένα από Πνεύμα δεκαετίες τώρα και όλοι οι δαίμονες εκεί να μου λένε να έρθω,ότι έχω ένα μέρος να μείνω εκεί.

Με τα ποδιά και παλτό σκισμένο,επιστρέφω σπίτι.

Πόσο μάταια όλα.

Και με κάλεσε μπροστά στον Θρόνο Του…

…και στιγμιαία βρέθηκα μπροστά Του. Υποκλίθηκα και γονάτισα, από επιλογή και χαρά που ξαναείδα τον Αιώνιο και Ουράνιο Πατέρα,από ελευθερία και όχι αναγκαστικά.

Σήμερα θα σου δώσω κάτι , κάτι που λίγοι έχουν και ότι είσαι εσύ θα γίνει και αυτό.

Πρόβαλε το χέρι σου μπροστά και άγγιξε τον αιθέρα σαν να πιάνεις την λαβή ενός σπαθιού. Και τράβηξε το από την θήκη του.

Έτσι και έπραξα και έτσι απέκτησα το σπαθί μου, ένα σπαθί φτιαγμένο από την ψυχή μου με μία ελαφριά χρυσή όψη και ένα απαλό φως. Το σπαθί πάνω είχε χαραγμένο το όνομα μου και κάποια ακόμη πράγματα τα οποία δεν ήξερα τι σήμαιναν.

Θα ταξιδέψεις σε κόσμους πολλούς και θα βρεις την μικρή πριγκίπισσα που έχει την ανάγκη σου. Θα την ελευθερώσεις από τα δεσμά της και θα ταξιδέψεις έπειτα σε εφτά διαφορετικά μέρη από τα βάθη της κολάσεως έως τα πιο ψηλά βουνά και θα αποδώσεις δικαιοσύνη. Λίγα πλάσματα σε αυτούς τους κόσμους δεν θα διστάσουν να σε πολεμήσουν όσο έχεις ένα τέτοιο όπλο γιατί θα καταλάβουν την ποιότητα της ψυχής σου.

 

Αυτά μου είπε Ο Θεός Θεών και βρέθηκα πίσω στον κόσμο μου.

Πρέπει να βρω μια πανοπλία τώρα και να ξεκινήσω. Για που όμως,πως θα βρω την μικρή που με έχει ανάγκη και γιατί εμένα?

Σκόρπιες και βιαστικές σκέψεις. Δεν έχει σημασία, βγήκα και κίνησα να εκπληρώσω την μοίρα μου…