Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Ο Έρωτας, Μέρος 22ο.

Τότε καθώς περπατούσαμε από δύο διαφορετικές πλευρές του κόσμου αυτού στιγμιαία συναντηθήκαμε.

Σταθήκαμε ο ένας απέναντι από τον άλλον,δεν μιλήσαμε,δεν είχαμε κάτι να πούμε. Με ήξερε και την ήξερα.

Άπλωσα το χέρι μου, άφησε το δικό της πάνω στο δικό μου και περπατήσαμε μαζί για ώρα.

“Θα σου πω μία ιστορία για εμάς. Εγώ περπάτησα στα άστρα για ζωές ολόκληρες μόνος,ώσπου εσύ με φώναξες. Ήξερες το όνομα μου, ακόμη και εγώ σχεδόν το ξέχασα. Πρωτοσυναντηθήκαμε στην αρχαία Γη και ήσουν ο λόγος που έπαιρνα πάντα ανθρώπινες μορφές.

Τότε που ήμουν άνθρωπος με τάιζες, με πρόσεχες, με αγκάλιαζες. Βέβαια ήμουν αθάνατος στην ουσία μου, δεν είχα ανάγκη τίποτα, ο θάνατος ήταν άγνωστο φαινόμενο για εμένα, όμως τα δεχόμουν όλα γιατί τα έκανες από καθαρή αγάπη.

Πόσες δεκαετίες περπατήσαμε μαζί, τις πιο πολλές φορές σιωπηλά. Σου είχα απαγορέψει να κοιτάς τα μάτια μου, το ένα βλέπει πάντα την Άβυσσο και εκεί θα χανόσουν, το άλλο βλέπει πάντα τον θρόνο Του και εκεί θα τυφλωνόσουν. Δεν ήσουν ακόμη για αυτά…

Μία μέρα έπεσα σε λήθαργο βαρύ και κοιμήθηκα για χρόνια ολόκληρα, εσύ με πρόσεχες. Δεν ήταν ανάγκη, δεν το ήξερες – μα και να το ήξερες το ίδιο θα έκανες. Όταν ξύπνησα δεν ήσουν πλέον εκεί.

Οι δαήμονες που με μίσησαν σε πήραν μακριά μου, σε έκλεισαν στα βάθη της γης για να τιμωρήσουν εμένα. Σε βρήκα γρήγορα, σε πήρα πίσω μα τότε ήταν που συνειδητοποίησα πόσο σε αγαπούσα!

Όταν ξύπνησες την πρώτη φορά με κοίταξες, μέιναμε έτσι για ώρες, μήνες και χρόνια. Πλέον μπορούσες να δείς όσα εγω, μέσα στα μάτια μου, μέσα στην καρδιά μου.