Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Η αρχή,Μέρος 99.

Θυμάμαι τότε ο Ήλιος ήταν ακόμη παιδί και για να με επισκέπτεται έπαιρνε άλλη μορφή και ερχόταν δίπλα μου και συζητούσαμε για ώρες.

Εκείνες τις εποχές δεν είχα σαρκωθεί στον κόσμο αυτόν και η μοναξιά με έτρωγε, έδωσε τότε ο καλός Θεός σε εμένα μια παρέα να έχω μέχρι να μεγαλώσω λίγο.

Συζητούσαμε για ώρες κάθε φορά, τι έβλεπε τις νύχτες που εγώ κοιμόμουν και τι σκοπό είχα, που ήθελα να πάω και πόσο θα λείπαμε ο ένας στον άλλον.

Κάποιες φορές μου περιέγραφε πράγματα που δεν φανταζόμουν καν ότι μπορούσαν να υπάρχουν, και μορφές ζωής παράξενες για τα τότε δικά μου δεδομένα.

Έτσι πέρασαν περισσότερα από μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια και πλέον ήμουν έφηβος.

Πήρε τότε εκείνος την μορφή του μικρού παιδιού, τον αγκάλιασα μια τελευταία φορά και τότε άκουσα Τον Πατέρα να με φωνάζει το όνομα μου…

Ήταν ώρα να φύγω.