Αναμνήσεις ενός μεγάλου αυτοκράτορα (εμένα) μέρος 633:

Συχνα ευχομουν σε ολους χρονια καλα.Ποτε πολλα.Ωσπου με ρωτησε ενας μαθητής μου μια φορα…

“διδασκαλε,γιατι παντα καλα και οχι πολλα?”

“ΓΙΑΤΙ ΑΝΟΗΤΕ,ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΑΣ.ΤΙ ΝΑ ΕΥΧΗΘΩ,ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΊΝΑΙ ΗΔΗ?”

Και έπειτα καθόμουνα πάλι στο τραπέζι γέλαγα βροντερά και συνέχισα να πίνω..

::Από στάχτη::

Είμαστε δύο ξένοι,

από στάχτη φτιαγμένοι,

από κάπου μακριά δεμένοι,

και τόσα έτη στο μεταξύ χαμένοι.

Από στάχτη δάκρυα πάντα κυλάνε,

τα σώματα μας χώρια δεν θα ενωθούν ποτέ ξανά και πονάνε,

περάσαν τα χρόνια – μόνο σιωπές έμειναν στο σκοτάδι να τραγουδάνε,

ίσως κάποια στιγμή αλλάξει και ζήσουμε ξανά μα το πρόσωπο σου ξεχνάω…δεν θυμάμαι.

Βραδινές σκέψεις #19

1)Εχω ταλεντο σε επενδυσεις τελικα. Μικρο μεν,αρκετο να τα γαμησω ολα ομως.
2)Παλια καλα μου εκοψε με το Ripple και ταα ειχα παρει οταν εκαναν 0,20 και τα εδωσα στα 1,50.
3)Το ιδιο θα κανω και με τα αλλα συντομα.Εχω μεγαλα σχεδια.
4)..και μεγαλυτερα βυζια απο πολλες εδω μεσα.Αυτο ειναι ειρωνια.
5)Η αλλη 40 και ακομη κοιλιακους κυνγαει. Κυρια μου,καποιος με σωμα εχεις καλυτερες επιλογες απο το πλαδαρο σας δερμα. Ουγκ?
6)Εισαι καριολα,αλλα μου αρεσεις. Για μια φορα βεβαια,ως εκει πας.
7)2100 ELO σου ερχομαι. μαλον μονος γιατι ειναι ολοι μαυρα χαλια.
8)Την τριτη χορεψα τοσο χαλια,που δεν εχω χορεψει τοσο χαλια εδω και καμια δεκαετια. Νιωθω σαν…κατι.Δεν ξερω τι.
9)Επαιζα Dragon Age 2 και το παιχνιδι με ΑΝΑΓΚΑΣΕ να πηδηξω ενα Elf (αρεν) για να παρει πληροφοριες ο χαρακτηρας μου.  Ελπιζω μην εγινε γκει.
10)Θα παρω αλλον υπολογιστη. Κοστος: Κανα 2500 μαλλον. Αλλα δεν θα τα κλαψω. ΕΙΝΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΗ.
11)Χρειαζομαι διακοπες. Απο τις ετήσιες διακοπες μου.
12)Και πρεπει να κανω βιντεο ε…πφφφφφ.
13)Εχω ηδη παραγγελιες στο eshop και δεν εχω καν ολα τα πραγματα.ΩΙΜΕ.
14)Εκανα κοιλια.ΠΑΛΙ.
15)Boobs>ass.

Αυτα.

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Η αρχή,Μέρος 99.

Θυμάμαι τότε ο Ήλιος ήταν ακόμη παιδί και για να με επισκέπτεται έπαιρνε άλλη μορφή και ερχόταν δίπλα μου και συζητούσαμε για ώρες.

Εκείνες τις εποχές δεν είχα σαρκωθεί στον κόσμο αυτόν και η μοναξιά με έτρωγε, έδωσε τότε ο καλός Θεός σε εμένα μια παρέα να έχω μέχρι να μεγαλώσω λίγο.

Συζητούσαμε για ώρες κάθε φορά, τι έβλεπε τις νύχτες που εγώ κοιμόμουν και τι σκοπό είχα, που ήθελα να πάω και πόσο θα λείπαμε ο ένας στον άλλον.

Κάποιες φορές μου περιέγραφε πράγματα που δεν φανταζόμουν καν ότι μπορούσαν να υπάρχουν, και μορφές ζωής παράξενες για τα τότε δικά μου δεδομένα.

Έτσι πέρασαν περισσότερα από μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια και πλέον ήμουν έφηβος.

Πήρε τότε εκείνος την μορφή του μικρού παιδιού, τον αγκάλιασα μια τελευταία φορά και τότε άκουσα Τον Πατέρα να με φωνάζει το όνομα μου…

Ήταν ώρα να φύγω.