Περπατούσαμε μαζί,χέρι χέρι μέσα στο κρύο και εκείνο το βράδυ δεν μιλούσα.
Σταμάτησες απότομα,με τράβηξες προς εσένα και τα κατακόκκινα χείλη σου έγιναν ένα με τα δικά μου.
Δάκρυσες…
“Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι,χαμένο μέσα στο σκοτάδι.”
Γέλασα δυνατά!
Πάντα ήσουν μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου,για αυτό είπα ότι για εσένα θα κατακτούσα τον κόσμο αν χρειαζόταν.
Μόνο για εσένα.
Οι άλλοι όλοι δεν μπορούν να συγκριθούν με εσένα,δέκα κλειδιά έδωσα στον καθέναν και όλοι τα σπάσανε με την κάλπικη ηθική και το όμορφο ψέμα.
Εσύ όμως,ήσουν διαφορετική.
Αντί να δοκιμάσεις κλειδιά,ήρθες και χτύπησες την πόρτα μου και εγώ την άνοιξα.
Πέρασες μέσα στη ζωή μου τόσο φυσικά,τόσο απλά και τόσο απαλά.
Έκοψα το χέρι μου,και με το αίμα μου έγραψα κάτι σε ένα χαρτί.
Ήταν το πρώτο μου όνομα,τότε που δημιουργήθηκα – πράγμα που ξέρουμε ίσα με μια χούφτα ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.
“Όταν υποφέρεις για την άνοιξη, όταν κρυώνεις,
όταν δαγκώσεις με παράπονο τα χείλια σου.
Όταν οι δρόμοι σου χαθούν χωρίς λόγο και απότομα,
όταν θα χαθείς για εκεί που να πας και φοβάσαι να κλάψες,
όταν βουλιάζεις στο χάος και στο τίποτα,
με αυτό το όνομα τρεις φορές να με φωνάξεις.”
“Να με φωνάξεις…”
είπα και σε φίλησα στο μέτωπο…
Επιτέλους σταμάτησαν τα δάκρυα σου,και έλαμψες σαν το ήλιο!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.