Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Η Αρχή, Μέρος 71ο.

Μου είπε τότε ο Μεφιστοφελης :Σε κάθε ζωή και κάθε μορφή παίρνω κάτι δικό σου, μα ποτέ δεν έκλαψες, ποτέ δεν φώναξες, ποτέ δεν στεναχωρηθηκες. Κάνεις τον σκοπό μου ματαιο, και την ύπαρξη μου κενή.

Απάντησα τότε εγώ χωρίς να μπω καν στην διαδικασία να τον κοιτάξω:
Κάθε τι είναι ζωη, και ότι χάνεται ξαναερχεται σε άλλη μορφή μα με την ίδια ουσία. Το να κλάψω θα ήταν απώλεια χρόνου που θα μπορούσα να αγάπησω… αλλά τι να καταλάβεις εσύ από αγάπη, αφού είσαι η Απώλεια.

Είπε τότε ειρωνικά και γελώντας σε εμενα :

Και εσυ αναζητάς αγάπη? Σε ποιον κόσμο και με ποια αιτία? Ποιος την αξίζει… με αηδιάζετε εσύ και το γένος σου!

[..]

-Το πρόβλημα Μεφιστοφελη δεν είναι να βρει κάποιος αγάπη. Αλλα να βρει, να δει και να γκρεμισει τους τοίχους και τα εμπόδια που έχει μέσα του ώστε να μπορέσει να αισθανθεί την αγάπη των άλλων.

-Τόσα εμπόδια και τόσα προβληματα σας διμουργώ,μα και μόνοι σας κάνετε όσα κάνετε. Ποιά δύναμη, ποιο χάρισμα είναι εκέινο που θα ανάδειξε την Αγάπη?

-Η ταπείνωση.

-….Και που θα την βρει κάποιος αν χρησιμοποιήσει αυτό που ανέφερες? Η ύπαρξη μου ,δεν μπορεί να συλλάβει τέτοιες έννοιες.

-Αυτή είναι πάντα εκεί, ψιθύριζει, προσμενει και υπομενει, τα πάντα αντέχει και τα πάντα συγχωρεί. Εκ αυτής θεοί γίναμε και χωρίς αυτήν θεότητα χάσαμε…

Αυτά απάντησα, και οργησμενος εκείνος βροντιξε κσι χάθηκε μέσα στην νύχτα. Σηκωθηκα και εγω, και κινησα για άλλο ένα ταξίδι. Κάθε φορά μικρό εν αρχή…

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Η Αρχή, Μέρος 71ο.

Σε θυμάμαι ακόμη να βγαίνεις από τη θάλασσα…

Σε θυμάμαι ακόμη να βγαίνεις από τη θάλασσα,
τον ήλιο να κάνει τα πράσινα μάτια σου να ξεχωρίζουν μέσα σε όλα τούτα,
απύθμενο σκοτάδι που τυλίγει τα πάντα,
και εγώ ανάμεσα σε όλα τα άστρα εσένα να ξεχωρίζω.

Εκ του Μέγα Θεοδωρου
15/7/2018

Στους μαθητές μου δίδασκα πάντα μια αρχή…

Στους μαθητές μου δίδασκα πάντα μια αρχή :

Να είστε δυνατοί. Τόσο όσο χρειάζεται ώστε να ξεπεράσετε ένα εμπόδιο. Δυστυχώς οι πολύ δυνατοί, γίνονται πολύ σκληροί. Και μέσα σε σκληρή καρδιά δεν χωράει άνθρωπος άλλος, πόσο μάλλον ο Θεός.

Εκεί χωράει μόνο το Εγώ.

Αυτό είναι η αρρώστια που κάνει τον άνθρωπο χώμα από εκεί που ο προορισμός του είναι να
γίνει Θεός.

-Εκ του Μέγα Θεοδωρου

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου, Η Αρχή , Μέρος 60ο.

Από τα Εφτά αδέρφια ο μόνος που πάντα γεννιόταν σαν άνθρωπος ήμουν εγώ. Εξ αιτίας της αγάπησα το ανθρώπινο γένος και εξ αιτίας της πολέμησα κατά γιγάντων, δαημόνων μαζί με κάθε λογής αρνητική οντότητα.

Μεγάλωνα και μέχρι μία ηλικία ζούσα ξένοιαστα, ώσπου όταν ενηλικιωνόμουν μέσα σε μία νύχτα ξύπναγα άλλος, με όλες τις αναμνήσεις από όλες τις ζωές,πλέον φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο με πλήρη συνειδητοποίηση ότι αναζητάω ακόμη λύτρωση.

Έπασχα από το θανάσιμο αμάρτημα , εκείνο που μου έδωσε την ονομασία Μάστιγα της Απληστίας – μα η απληστία αυτή δεν ήταν για την ύλη.
Ήταν για όλα τα άλλα: ήθελα να είμαι πρώτος στις μάχες, πρώτος στις δόξες, πρώτος στην αναζήτηση για λύτρωση, πρώτος όμως και στην απώλεια, πρώτος στο να γευτώ πόνο, πρώτος στις τραυματικές εμπειρίες.

Ότι και να έκανα,ότι και να ζούσα,ότι και αν είχα ποτέ δεν ήταν αρκετό.

Τρωγόμουν μέσα μου, σε σημείο που έδενα τον εαυτό μου ώστε να μην παραφέρομαι και να μην τρώω τις σάρκες μου. Καθώς δεν είχα ανάγκη να φάω ή να πιω, απλά περιφερόμουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου εκείνου, δίνοντας μάχες χέρι με χέρι,ρίχνοντας τον εαυτό μου σε ηφαίστεια, πέφτοντας από γκρεμούς, πίνοντας βαρέλια ολόκληρα κρασί μήπως και μεθύσω…όλα αυτά ήταν μικρές εμπειρίες – κενές πλέον. Κενές εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Το πιο τραγικό ήταν ότι ακόμη και όταν με έδεσαν και με έσυραν στον Άδη για να με βασανίσουν, ώστε να παρακαλέσω για έλεος , τίποτα δεν έγινε.
Ούτε φώναζα, ούτε ζήτησα έλεος, ούτε αντιδρούσα σε χλευασμούς ή βασανιστήρια.

Κάποια στιγμή οι δαήμονες απόρησαν, αφού τίποτα δεν μπορούσε να μα κάνει να μαρτυρήσω και κάλεσαν τους βασιλείς τους.

Με εξέτασαν για μέρες , μήνες και χρόνια , δοκιμάζοντας τα πάντα άλλα μάταια.

Μία στιγμή τότε, σε ανύποπτο χρόνο τους είπα την αλήθεια : δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείτε να μου κάνετε, που να μην το έχω κάνει ήδη στον εαυτό μου. Αν ήθελα, θα έσπαγα τα δεσμά μου εδώ και καιρούς πολλούς, μα δεν βρίσκω νόημα σε τίποτα. Έμεινα εδώ για να με βασανίσετε, μήπως και η Απληστία μου ικανοποιηθεί, μα δεν γνώρισα νέο πόνο. Τίποτα…

Αναστέναξα,έσπασα τα δεσμά και έφυγα.

Δεν με κυνήγησε κανείς.