Φυσικά και δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι με μία απλή γυναίκα…


Φυσικά και δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι με μία απλή γυναίκα, εξού και γιατί ποτέ δεν ήμουν.
Με μία που ξενυχτάει τα βράδια μοιράζοντας την ψυχή και το σώμα της αριστερά και δεξιά,με μία που διαφημίζει τις “αγάπες” της σαν κομμάτια κρέατος που απλά χάθηκαν,με μία που κλαίγεται για το πόσο άδικοι και κακοί ειναι όλοι (μαζί της).
 
Δεν μπορώ να μοιραστώ αέρα στον ίδιο χώρο με κάποια που δεν τρώγεται μέσα της, με κάποια που δεν βλέπει τον κόσμο όπως εγώ – ένα όμορφο χάος που σε κάνει και καίγεσαι για αλλαγή.
Για αλλαγή του εαυτού σου, να γίνεις καλύτερος πολεμώντας τον εαυτό σου σε μία μάχη άνιση υψώνοντας κάθε βράδυ προσευχές και δημιουργωντας φεγγάρια εκεί που υπάρχει το κενό.
 
Εκεί στα φεγγάρια αυτά, όπως βλέπω εγώ τους δύο μας,να μας βλέπει εκείνη το ίδιο.
Στις χαοτικές κινήσεις μου να διαφωνεί σαν μια φωνή λογικής που μέσα στης παράνοιας τις στιγμές να με βάζει σε μία σειρά.
 
Και να την αρνούμαι, να κάνω ότι θέλω μα να είναι εκεί. Στην νίκη και στη ήττα, τόσο κοντά όσο κανείς άλλος πλην Του Θεού.
 
Να μιλάω για θεωρίες τόσο βαθιές,τόσο περίπλοκες και να καταλαβαίνει ότι οι άλλοι δεν μπορούν: Όχι τα λόγια μου μα την απειρότητα που εκφράζω μία με την γλώσσα , μία με τα ποιήματα και τις ιστορίες που τα συνοδεύουν.
 
Εκνευρισμένοι ν να τσακωνόμαστε μέχρι να μην μείνει τίποτα όρθιο γύρω μας.
Με την ίδια ορμή και το ίδιο πάθος, με την ίδια επιμονή και τον ίδιο εγωισμό.
 
“Πάνω από όλους εγώ και πάνω από εμένα αυτή,πάνω από όλους αυτή και πάνω από αυτήν εγώ.”
 
Στο τέλος όλων απλά να μην έχει σημασία ποιος είπε τι, να τα αφήνουμε όλα πίσω και α περπατάμε σε δρόμους που άλλοι βλέπουν παρακμή και θάνατο όμως εμείς βλέπουμε την ζωή μαζί με τα θαύματα της.
 
Ευχαριστώ Τον Θεό Θεών,που ποτέ δεν έπεσα σε κακή εμπειρία,ίσως γιατί οι αναμνήσεις από άλλες ζωές και ο σπαστικός επίμονος μου χαρακτήρας δεν μου επέτρεψαν να δεχτώ κάτι λιγότερο από αυτό που ποθεί η ψυχή μου…
Ευχαριστώ.
 
-Εκ του Μέγα Θεόδωρου

Αναμνήσεις #1


Με θυμάμαι καθώς μεγάλωνα να θέλω όλο και μεγαλύτερο κομμάτι από αυτό που οι άνθρωποι ονόμασαν έρωτα.

Ήθελα κάτι να με συναρπάσει αλλά όχι βίαια.

Πέρασαν τα χρόνια και αναζητούσα άλλους ανθρώπους, ίδιους σαν εμένα,να τους καίει η καρδιά συνέχεια ,να πνίγονται σε αυτή την αυταπάτη που άλλοι ονόμασαν ζωή – όμως δεν βρήκα κανέναν.

Άρχισα να γράφω ποιήματα και ιστορίες, μνήμες από άλλες ζωές και στιγμές που δεν θα ξαναέρθουν ποτέ.

Έτυχε τότε να διαβάσω το ακόλουθο κείμενο, του Τάσου Λειβαδίτη:
“Α, θά θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου τα γόνατα που σε γέννησαν για μένα να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμά σου, να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.”

Τότε ακόμη ήμουν αμαθής,δεν μπορούσα να το χωνέψω και πέρασαν οι καιροί. Αυτό που οι ονομάστηκε έρωτας ,ονομάστηκε αγάπη και ότι ονομάστηκε αγάπη έπειτα ονομάστηκε Απειρότητα.

Τι τρομερό πράγμα να το ζήσεις, να αγαπήσεις τόσο πολύ τους ανθρώπους που γέννησαν τον άνθρωπο με τον οποίο δέσατε τις καρδιές σας!

Τι τρομερό…

Αναμνήσεις #2


Θέλησα να θυσιάσω τον εαυτό μου.
Σαν τι όμως,ένα κουφάρι είμαι χωρίς αξία.

Τίποτα δεν με χορταίνει και τίποτα δεν με ικανοποιεί, ξέρω ότι έχω ένα κενό μέσα μου μια μαύρη τρύπα σε μέγεθος Θεού.
Ότι και να πετύχω, δεν θα είναι αρκετό.

Σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα αφεθώ στην τρίτη πτυχή μου, την βίαιη, επιθετική, λαίμαργη και έτοιμη να καταβροχθίσει τα πάντα.

Όλο ηδονή και απόλαυση, θα χαρεί πολύ εκείνος ο εαυτός μου να ξυπνήσει και να με κινήσει κατά την βούληση του για καιρό.

Μένουν δύο πράγματα που πρέπει να γίνουν: Να έρθει το πλήρωμα το χρόνου και εκείνη η κατάσταση που θα αφεθώ στο ένστικτο μου. Ένστικτό ενός θηρίου που το μόνο μέλημα είναι να επιβιώσει η σάρκα που φοράει.

Ανάθεμα,χάνομαι.
Χάνομαι και οι απαντήσεις που παίρνω δεν είναι αυτές που θέλω.

Και με κάλεσε μπροστά στον Θρόνο Του…


…και στιγμιαία βρέθηκα μπροστά Του. Υποκλίθηκα και γονάτισα, από επιλογή και χαρά που ξαναείδα τον Αιώνιο και Ουράνιο Πατέρα,από ελευθερία και όχι αναγκαστικά.

Σήμερα θα σου δώσω κάτι , κάτι που λίγοι έχουν και ότι είσαι εσύ θα γίνει και αυτό.

Πρόβαλε το χέρι σου μπροστά και άγγιξε τον αιθέρα σαν να πιάνεις την λαβή ενός σπαθιού. Και τράβηξε το από την θήκη του.

Έτσι και έπραξα και έτσι απέκτησα το σπαθί μου, ένα σπαθί φτιαγμένο από την ψυχή μου με μία ελαφριά χρυσή όψη και ένα απαλό φως. Το σπαθί πάνω είχε χαραγμένο το όνομα μου και κάποια ακόμη πράγματα τα οποία δεν ήξερα τι σήμαιναν.

Θα ταξιδέψεις σε κόσμους πολλούς και θα βρεις την μικρή πριγκίπισσα που έχει την ανάγκη σου. Θα την ελευθερώσεις από τα δεσμά της και θα ταξιδέψεις έπειτα σε εφτά διαφορετικά μέρη από τα βάθη της κολάσεως έως τα πιο ψηλά βουνά και θα αποδώσεις δικαιοσύνη. Λίγα πλάσματα σε αυτούς τους κόσμους δεν θα διστάσουν να σε πολεμήσουν όσο έχεις ένα τέτοιο όπλο γιατί θα καταλάβουν την ποιότητα της ψυχής σου.

 

Αυτά μου είπε Ο Θεός Θεών και βρέθηκα πίσω στον κόσμο μου.

Πρέπει να βρω μια πανοπλία τώρα και να ξεκινήσω. Για που όμως,πως θα βρω την μικρή που με έχει ανάγκη και γιατί εμένα?

Σκόρπιες και βιαστικές σκέψεις. Δεν έχει σημασία, βγήκα και κίνησα να εκπληρώσω την μοίρα μου…

Έτσι ξαναγεννήθηκα…


Ο ήλιος, το φεγγάρι και η θάλασσα

Θεό ρώτησαν αφού εμένα δεν αντάμωσαν

Και Εκείνος απαντάει από το πιο ψηλό Ουρανό

την Γη θα περπατήσω και τον μικρό θα βρω.

 

Με είδε ήλιος και τότε μου χαμογελά

“Έλα μαζί μας” είπε να κοιμηθούμε στου Πατέρα την αγκαλιά

Εκείνος πάντα σε δέχεται σαν σε δει

ο κόσμος Τον αρνείται μα η καρδιά σου Τον ζει.

Κάτι από το τίποτα…


Καθόμασταν τότε γύρω ατό την φωτιά με τους μαθητές μου συζητώντας για διάφορα θέματα και γελώντας. Βράδιασε πλέον και είχαν πέσει οι τόννοι, και ήμασταν όλοι ξαπλωμένοι κοιτώντας τον ουρανό, κάποιοι αναπολώντας αρχαίες ζωές και ουσιαστικές στιγμές που χάθηκαν. Ήμασταν όλοι δεμένοι με το ίδιο στοιχείο: Την απώλεια.

Κάποια στιγμή ώρα πλέον περασμένη, με ρώτησε ένας από τους μαθητές μου:

“Διδάσκαλε,ποιο είναι το μεγαλύτερο χάρισμα που έχεις και πως εξηγείς την ύπαρξή του σε εσένα?”

Σκέφτηκα λίγο,αναρίθμητα τα χαρίσματα μου αλλά πιο σημαντικό ποιο να ήταν…;

“Οι κακοί άνθρωποι ζουν προκαλώντας πόνο στους άλλους και από κάθε κακό γεγονός έχουν όφελος. Οι μέτριοι άνθρωποι ζουν από τα δεδομένα και τα αισθήματα που δεν είναι κυμματα φωτιάς. Οι καλοί άνθρωποι όμως,ζουν για να δημιουργούν αισθήματα αιώνια και από το τίποτα να φτιάχνουν κάτι μέσα σε όλο το χάος του κόσμου τούτου. Εγώ το χάρισμα του να φτιάξω κάτι από το τίποτα,το πήρα από τον Πατέρα,όπως Αυτός από τίποτα με έκανε κάτι και από την άβυσσο με πήρε και μου έδωσε Πνεύμα.”

Απορρόφησε ο μικρός εκείνος όσα είπα και έπειτα μας επισκέφθηκε ο Μορφέας…

Ads




Recent Comments


    Ημερολόγιο

    July 2017
    M T W T F S S
    « Jun    
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31