Category: Όνειρα


Περπατώντας στην θάλασσα…


Περπατούσαμε μαζί στη θάλασσα με τα τρία μικρά παιδάκια μας.

Δυο κρατούσα εγώ,στα χεριά μου και ένα περπατούσε μπροστά μας και έτρεχε.Δίπλα μου εσύ χαμογελούσες περήφανη για τα μικρά μας και ευτυχισμένη.Έτσι πίστευα ότι ήσουν δηλαδή…

Και ο ήλιος έκαιγε,και μας φώτιζε καθώς έδυε και σε θαύμαζα…τα ξανθά σου μαλλιά.Τα υπέροχα σου μάτια,σαν μια θεά που περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους.

Και ανέφερες μια σχέση του παρελθόντος σου,και είπες ότι σου έλειπαν στιγμές της.

Οργίστηκα.Κάτι μέσα μου έσπασε.Σου φώναξα..αν θες να πας πίσω σε αυτόν.

Σε διάλεξα ανάμεσα σε τόσες,γιατί ένιωθα την καρδιά σου.Πως τόλμησες να πεις κάτι τέτοιο?

Φύγε είπα…

Πήρα τα παιδιά μας και πήγα σπίτι.

Βράδιασε…τα τάισα και ρώτησαν για εσένα ,γιατί δεν είσαι μαζί μας..τους είπα ότι η μαμά πήγε για μια δουλειά της.

Τα φίλησα και τα κοίμισα.Ξάπλωσα μόνος στο κρεβάτι…έκλαψα.Ακόμη πόναγα…

Περάσαν οι ώρες και ήρθες το βράδυ αργά..με μάτια κόκκινα..σε άκουγα που ακόμη έκλαιγες..

Ξαπλωμένος στο πλάι ήμουν και ήρθες από πίσω και με αγκάλιασες.

Δεν είπα τίποτα..άκουγα την καρδιά σου και εσύ την δική μου.

Ήξερες πως χτυπάει όταν πονάει η όταν χαίρετε.Τόσες φορές ξάπλωνες πάνω της.

Όπως με αγκάλιασες δεν μίλησες…απλά με φίλησες στο λαιμό και στον αυχένα.Δάκρυσα για λίγο,δάκρυσες και εσύ…

Και αυτό είδα…


Και βρέθηκα σε έναν κόσμο,που δεν γνώριζα ποιος είναι.Δεν ήξερα που βρίσκομαι.

Αλλά ήξερα ότι σε αυτόν τον κόσμο τα είχα όλα.

Εμφανίστηκα μπροστά σε έναν μεγάλο διάδρομο και κατά μήκος του βρισκόντουσαν όλα,όλες οι κοσμικές απολαύσεις:

Φαγητό άφθονο, σεξ σε όλες τι μορφές του ακόμη και τις πιο διεστραμμένες, φιλαργυρία στην πιο άθλια μορφή της, και ματαιοδοξία πέρα από κάθε όριο και μέτρο.

Και στο τέλος του διαδρόμου, υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να διακρίνω.

Ξεκίνησα να περπατάω κατά μήκος και σε κάθε παράσταση κοσμικής απολαύσεώς ήμουν και εγώ.

Συμμετείχα σε όλα και όλα με καλούσαν και τα ήθελα όλα!

Χαιρόμουν να τα απολαμβάνω…αλλά είχε περιέργεια να δω τι είναι αυτό στο τέλος του διαδρόμου. Και εκεί Τον είδα…σταυρωμένο και γεμάτο πληγές,να τον χτυπάνε αλύπητα.

christ-on-cross.jpg

Και πήγα να βοηθήσω,και όταν έφτασα μπροστά σταμάτησαν όλοι όσοι Τον βασάνιζαν, με κοίταξαν και ξαναγύρισαν να Τον κοιτάνε,έτοιμοι σαν λιοντάρια να Τον χτυπήσουν ξανά…

Και ρώτησα γιατί Κύριε,ποιος Σου το κάνει αυτό?

Ποιος Σε σταύρωσε ξανά και ποιος είναι αυτός που Σε κτυπάει?

Και Εκείνος μου απάντησε:

Εσύ Θοδωρή,εσύ με σταυρώνεις και εσύ με κτυπάς κάθε φορά που με ξεχνάς.

Εσύ Θοδωρή,κάθε φορά που ενδίδεις σε όλα όσα πέρασες και είδες κατά μήκος του διαδρόμου.

Αυτή είναι η ζωή σου.

Και όσοι ήταν που τον κτυπούσαν,γύρισαν και είδα το πρόσωπα τους.

Ήταν όλοι τους…εγώ.

Τους έδιωξα,και μετά έκατσα εκεί και έκλαψα… Συγχώρα με…συγχώρα με που σε χτύπησα…

Γιατί για κάθε φορά που σε χτύπησα,εσύ με αγάπησες.

Και κάθε φορά που σε αρνήθηκα με την ζωή μου,εσύ με συγχώρεσες και με αγκάλιασες…

Συγχώρα με…

Ένα όνειρο διαφορετικό…


Βρέθηκα σε έναν κόσμο με πολύ φως.Εκεί ένιωσα ότι έπρεπε να πλησιάσω ένα κτήριο,μεγαλοπρεπές κατά κάποιον τρόπο.Φοβήθηκα λίγο,αλλά πήγα προς τα εκεί.Προς μεγάλη μου έκπληξη ήταν το κτήριο που χορεύαμε Ποντιακούς χορούς.Και ήταν όλοι εκεί…μα όλοι!Όλα τα άτομα που έχω γνωρίσει ποτέ ήταν εκεί και περίμεναν.Όμως ήταν νωρίς και έπρεπε πρώτα να βοηθήσω στην διάσωση μερικών ανθρώπων…δεν ξέρω γιατί και πως,αλλά αυτή ήταν η δουλεία μου.

bridge,lake,awesome,bw,scenary,landscapes-0010fd1d68643120cbdf9117f9e606e0_h

Πλησίασα την θάλασσα ,λίγο πιο μπροστά από το κτήριο,πέρασα την άμμο και μπήκα μέσα.

Έσωσα μερικά άτομα που πνιγόντουσαν,αν και μου φάνηκε παράξενο το πόσο εύκολα τους βοήθησα και τους έβγαλα έξω.Τελικά είμαι πιο δυνατός από ότι πίστευα σκέφτηκα…

Από ότι φάνηκε όμως,όταν μπήκα στην θάλασσα μολύνθηκα από κάτι,και επιτόπου μου δημιούργησε μια κοκκινίλα στο στήθος.Έκανα να φορέσω γρήγορα την μπλούζα μου,να μην το δει κανείς και ανησυχήσει.Αλλά πρόλαβε και με είδε η…Κική.Και ήρθε και με ρώτησε τι έχω,και εγώ κοιτώντας το έδαφος,μη μπορώντας να κοιτάξω την ίδια στα μάτια,απάντησα πως δεν έχω τίποτα.Είμαι μια χαρά.Και γύρισα την πλάτη να φύγω,και εκείνη με έπιασε με το χερι από τον ένα ώμο και μου είπε…

“Η ασθένεια που μόλις απέκτησες,είναι ανίατη…”

και εγώ χωρίς να γυρίσω είπα…

“Δεν υπάρχουν ανίατες ασθένειες.Υπάρχουν ανίατοι άνθρωποι,ανίατες καρδιές…“

Δεν είπα κανείς μας τίποτα,και απομακρύνθηκα,να μπω στο κτήριο για να αρχίσουμε τους χορούς.Όλοι με ρώταγαν που είμουν τόση ώρα,και εγώ δεν απάντησα.Τους εξήγησα ότι δεν έχει σημασία,και είναι ώρα να χορέψουμε!

Και ξεκινήσαμε.Δώσαμε όλοι τον καλύτερο μας εαυτό,αλλά το σημάδι στο στήθος με έκαιγε πολύ.Πονούσα αλλά δεν ήθελα να πω τίποτα μην τυχόν και ανησυχήσει κανείς.Πάντα τα ίδια έκανα…

Και όλοι όσοι ήρθαν να μας δουν μας χάρηκαν και χειροκροτούσαν.Μα όλοι!

Και ήρθε η ώρα για διάλειμμα…Και ένιωσα το στήθος να καίγεται τόσο δυνατά,που έτρεξα στα αποδυτήρια,και το έσφιξα με όλη μου την δύναμη αλλά δεν έβγαλα μιλιά.Και ακούω έναν δυνατό θόρυβο και πέφτει η οροφή του κτηρίου.Δόξα το Θεό,από ότι είδα μετά δεν έπαθε κανείς τίποτα.

Ο δάσκαλος μας φώναξε επιτόπου συνεργείο και άρχισαν να φτιάχνουν την οροφή.Στο μέσο διάστημα όλοι βγήκαν έξω,και έκατσαν στα παγκάκια που κοιτούσαν την όμορφη θάλασσα.

Και εγώ προσπαθούσα να δω ποιος είναι που,αλλά δεν με βοηθούσαν οι αδύναμοι οφθαλμοί μου.Όμως δεν με ενδιέφερε ποιος έκανε τι,ούτε και ο πόνος στο στήθος.Εγώ ένα πράγμα ήθελα μόνο…

Και έψαχνα και προσπαθούσα να την βρω…την Κι που μου έμαθε να αγαπώ,αλλά μάταια.

Ήθελα να περπατούσαμε μια μόνο φορά,χέρι χέρι,επί της παραλίας και έπειτα μια φορά να παραβιάσω τον κανόνα και να της έδειχνα όλα τα άστρα του ουρανού και ας ήταν μέρα…

Δεν με ένοιαζε ποιος θα με δει και τι θα πει.Και έψαχνα,και έψαχνα,και όλο έψαχνα αλλά δεν την βρήκα…

Όνειρο Πρώτο,Οι Δύο Διχασμένοι Κόσμοι


Από σήμερα θα καταγράφω τα όνειρα μου,για να τα θυμάμαι και να προσπαθώ να κατανοήσω τι σημαίνουν.

Εμφανίστηκα ξαφνικά σε έναν κόσμο παρόμοιο με την Γη,περιπλανώμενος σε μία τεράστια έρημο για μέρες ολόκληρες.Αυτό που με παραξένεψε ήταν ότι δεν έβλεπα ίχνος ζωής,ανθρώπινο και μή.Επίσης δεν έβλεπα ίχνος νερού,δεν υπήρχαν σύννεφα,μα ούτε και αέρας να φυσήξει…

Κατά το τέλος της δεύτερης μέρας(αυτό υπολογίζω,διότι ο ήλιος ποτέ δεν έδυε,και ο ουρανός ήταν πάντα μάυρος),προς την αρχή της τρίτης,είδα μιά φιγούρα στο βάθος.Χαρούμενος ότι επιτέλους θα συναντούσα κάποιον έτρεξα προς το μέρος του,ελπίζοντας να μου λυθούν κάποιες απορίες ως προς το που βρίσκομαι και αν ήταν δυνατόν,πως βρέθηκα εκεί.

Αντίθετα όμως από ότι περίμενα,δεν ήταν άνθρωπος αυτό που είδα.Ήταν ένα τεράστιο ρομπότ με κόκκινα διακριτικά,και στην κεφαλή αυτού καθόταν ένας άνθρωπος.

Από ότι έμαθα μετά,βρισκόμουν στην Γη κάπου στο μέλλον,σε μια εποχή όπου δύο κόσμοι πολεμούσαν μεταξύ τους για την απόλυτη κυριαρχία πάνω στην Γη και πάνω σε όλα τα είδη.Καί οι δύο ήταν άνθρωποι,όμως διέφεραν σε αρκετά πράγματα.Οι μεν “Κόκκινοι” ήταν θα έλεγα ο συνηθισμένος άνθρωπος της δικής μας εποχής,εγωιστές,υπερόπτες και αλαζόνες.Οι “Πράσινοι” από την άλλη ήταν ναι μεν άνθρωποι,αλλά “εκλεκτοί” κατ΄΄α αυτούς.Ήταν πολύ λιγότεροι από του “κόκκινους”,σε αναλογία ένας προς δέκα.Είχαν,3 βασιλιάδες οι οποίοι συχνά πυκνά συμμετείχαν ενεργά στις μάχες τους,και μάλιστα ήταν ανίκητοι.

Αυτό που με παραξένεψε,ήταν ότι οι Κόκκινοι ζούσαν πάνω στην γη,όμως για τους πράσινους κανείς δεν ξέρει που ζούσαν.

Αποφάσισα στο τέλος,να πολεμήσω και εγώ υπέρ των Κόκκινων.Δεν ξέρω γιατί,μάλλον μυ φαινόντουσαν πιο ανθρώπινοι,πιο κοντά σε εμένα,συν του ότι εκ των πραγμάτων δεν μπορούσα να έρθω σε επαφή με τους πράσινους…

Από την πρώτη μάχη και όλας,έζησα την φρίκη του πολέμου.Όλοι όσοι γνώρισα στο σύντομο χρονικό διάστημα που βρισκόμουν εκεί πέθαναν.Η κατάσταση ήταν τραγική,καθώς ένας πράσινος πολεμιστής ρομπότ μπορούσε με χαρακτηριστική άνεση να καταστρέψει και να σκωτόσει περίπου 50 έως και 100 κόκκινους.

Θυμάμαι σε μία μάχη ήμουν ο τελευταίος επιζών,και ενώ φώναζα με όλη μου την δύναμη να έρθουν αν τολμάνε,με αγνόησαν επιδεικτικά,μάλλον επειδή ήμουν ο μοναδικός που δεν φορούσε αυτές τις τεράστιες πανοπλίες ρομπότ.Εγώ όμως δεν είμουν σαν τους άλλους,αν μη τι άλλο είχα τιμή.Και έτσι αποφάσισα ότι εφόσον όλοι πέθαναν εκεί,εκεί θα πέθαινα και εγώ.Έβαλα την κεφαλή μου κάτω,έτσι ώστε να με πατήσουν τα τεράστια ρομπότ τους,και επιτέλους να πεθάνω.

Όμως δεν είμουν ο μοναδικός που είχε σχέδια.Από ότι φαίνεται κάποια,γυναίκα προφανώς,εντυπωσιάστηκε από την ανδρεία μου με άρπαξε και με πήγε σε ένα μέρος κάτω από την γη,που παρόμοιο τους δεν είχα ξαναδεί.Κατάλαβα ότι αυτός ήταν ο τόπος προέλευσης όλων των πρασίνων.

Θυμάμαι δε,στη είσοδο υπήρχε ένα ποτάμι από λάβα,και παραπέρα 2 άλλα ποτάμια με νερό καθαρό,κάτι που οι κάτοικοι της επιφάνειας της Γης δεν είχαν και ήταν δυσεύρετο γενικότερα.Είδα επίσης τρομερά τεχνολογικά “θαύματα”,και κατάλαβα ότι με τέτοια τεχνολογία ήταν αδύνατον να χάσουν τον πόλεμο.

Ζούσαν όλοι σε άνεση,σε χλιδή θα έλεγα,χωρίς σκοτούρες,χωρίς τύψεις ότι σφαγίαζαν χιλιάδες χιλιάδων κάθε μέρα,διότι τους θεωρούσαν κατωτέρους…

Βλέπετε,οι πράσινοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους από όλα,και έπρεπε να κυριαρχήσουν.Κατέχαν την τεχνολογία,τα όπλα,την αλαζονεία,και την υπερηφάνεια για να αναγκάσουν τους πάντες να το παραδεχτούν αυτό.

Επί μέρες σκεπτόμενος ότι τελικά δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους επίγειους κατοίκους,τι είναι αυτό που τους κάνει τόσο ξεχωριστούς?(κατα τα δικά τους λεγόμενα πάντα)

Όμως έγινε κάτι όσο βρισκόμουν εκεί,κάτι που με όργισε τρομερά.Οι πράσινοι δεν πολέμησαν ξανά,αλλά έφτιαξαν έναν ιό που μπορούσε να πάρει τον έλεγχο των αντίπαλων,του ρομπότ αλλά και του χειριστή αυτού.Μάλιστα,έκαναν μια επίδειξη του συστήματος αυτού σε τεράστιες οθόνες σε όλο το κράτος τους.Και όλοι ζητοκράυγαζαν που άνθρωποι ίδιοι με αυτούς,πέθαιναν με τους χειρότερους τρόπους.

Αυτό το γεγονός ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.Έπρεπε να κάνω κάτι,έπρεπε να τους δώσω ένα καίριο χτύπημα όσο ήμουν εκεί.Τι καλύτερο από ένα χτύπημα μέσα από τις γραμμές του εχθρού?Θυμήθηκα,ότι για κάποιον λόγο φοβόντουσαν πάρα πολύ την φωτιά.Έτσι για να τους πανικοβάλλω,έβαλα 3 φωτιές,και ενώ κατάφεραν να περιορίσουν τις πρώτες 2,η τρίτη έκαιγε το 90% του πρώτου επιπέδου της πόλης τους.Τρομαγμένο δε,το πλήθος έτρεξε στις πύλες για τα κατωτέρα επίπεδα για να σωθούν,όμως εκείνες σφραγίστηκαν επιτόπου με αποτέλεσμα να καούν πολλοί ζωντανοί.

Ενώ λοιπόν ακόμη καιγόταν το πρώτο επίπεδο,κάποιοι με πέταξαν σε ένα κλουβί,και εκεί μονομάχησα με 4 από αυτούς.Ώσπου σε κάποια ανύποπτη στιγμή ένας εκ αυτών με χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και τότε θυμήθηκα.Εξ αρχής,από τότε που δημιουργήθηκα ήμουν ένας εκ των πρασίνων,αλλά για κάποιον λόγο που μου διέφευγε με είχαν στείλει στη επιφάνεια,με είχαν εξορίσει…

Χωρίς να μπορώ να κατανοήσω τι ακριβώς είχε γίνει στο παρελθόν,κατανόησα κατά κάποιο τρόπο την ουσία των όλων και με όση δύναμη μου απέμεινε,ενίκησα επί των 4 εχθρών μου.Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό,έπρεπε να βάλω ένα τέλος σε όλα αυτά,στην έχθρα κυρίως.Όμως πως θα μπορούσα να νικήσω κάποιους τόσο δυνατούς,εγωιστές,και αλαζόνες?

Αναγκάστηκα να μιλήσω μαζί τους χρησιμοποιώντας την μόνη γλώσσα που αυτοί θα καταλάβαιναν,την βία και την δύναμη.Γνωρίζοντας πλέον τούς 3 αρχηγούς τους,άρχισα να αναζητώ αυτούς σε όλα τα επίπεδα της πόλης κράτους τους.Οι προστατευτικές τους πύλες γκρεμίζονταν οι μία μετά την άλλη καθώς πήγαινα όλο και πιό κάτω στα βάθη της γης,και όσο πέρναγε η ώρα η δύναμη μου μα και η οργή μου αυξάνονταν.

Προς έκπληξη μου,οι δύο εκ των 3 αρχηγών τους ήταν χαρακτηριστικά αδύναμοι,πάντα σε σχέση με εμένα.Όμως ο τρίτος με βρήκε απροετοίμαστο,και μάλλον επειδή και αυτός με υποτίμησε,μου έδωσε την ευκαιρία με ένα καίριο χτύπημα να επιβληθώ επί αυτού.

Δεν ξέρω τι έγινε μετά,αυτό έιναι το τέλος…

Ads




Recent Comments


    Ημερολόγιο

    September 2017
    M T W T F S S
    « Aug    
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930