Category: Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου


…Και το κακό,όλες οι αρνητικές δυνάμεις πίστεψαν ότι θα νικούσαν.


…Και το κακό,όλες οι αρνητικές δυνάμεις πίστεψαν ότι θα νικούσαν.
Το σύμπαν βρισκόταν σε χαώδη κατάσταση και οι ψυχές οδηγόντουσαν στη απώλεια η μία μετά την άλλη.
Στάθηκε ο Μεφιστοφελής απέναντι μου.
Υψωμένος με κοίταξε όλο περιφρόνηση,πάλι εμπόδιο στον δρόμο μου και την αποστολή μου – την αιώνια θυσία.
Όμως δεν ήταν μόνος,οι αρχιστράτηγοι του τον ακολούθησαν.
Αζάζελ,Βαάλ,και η Άσταρωθ.

“Σήμερα θα ηττηθείς και η ψυχή σου θα καταστραφεί,θα πονέσει όσο ποτέ άλλοτε! Μπορεί μόνος να είσαι ίσος με εμένα αν όχι πιο δυνατός,αλλά πλέον συμφέρει όλες τις αρνητικές δυνάμεις άπειρος να είναι ο θάνατος σου.”
“Δεν είμαι μόνος” απάντησα,έβγαλα την πανοπλία μου και φάνηκε το σημάδι που είχα από δημιουργίας στο σώμα μου πάνω.
Και ύψωσα τα χέρια ζητώντας μια χάρη από τον Δημιουργό όλων και Εκείνος το έπραξε για εμένα.
Σχίστηκε η γη και σεισμός μεγάλος έγινε και από τα χαλάσματα υψώθηκαν 2 γίγαντες.
“Έπρεπε να το περιμένω ότι μόνο εσύ θα ζητούσες κάτι τέτοιο…” είπε ο ένας και γέλασε βροντερά.
“Βλέπω τα κατακάθια του σύμπαντος κόσμου είναι μαζεμένα,ευκαιρία να τα καθαρίσουμε όλα μαζί!” είπε ο δεύτερος.
“Ζωστείτε τα όπλα σας,και με όλες τις δυνάμεις σας μπείτε στην αρένα μικροί μου φίλοι!” είπα και εγώ γελώντας και ετοίμασα τα δικά μου όπλα.
Σήκωσα το χέρι μου,και έδειξα τα άστρα,και αυτό ήταν το πρώτο μου όπλο. Φωτιά εκ ουρανού κατέκαυσε την αθανασία των δαιμόνων όλων.
Αυτό που ακολούθησε ήταν η μεγαλύτερη σφαγή δαιμόνων που έγινε ποτέ.
Ήμασταν 3 και εκείνοι χιλιάδες χιλιάδων ,αλλά δεν είχε σημασία.

“Φάλαγγες δρακόντων , γεμίστε τον ουρανό
πολεμήστε μαζί μας και δοξάστε τον Υπάρχοντα Θεό!
Πολεμιστές σε θάλασσες και γη,
δαίμονας ζώντας να μην βρεθεί!
Άγγελοι μεγαλοσχήμωνες ρίξτε τα βέλη σαν βροχή,
η ανομία και η φθορά σήμερα θα νικηθεί!”

Ήταν από τις λίγες στιγμές που χαιρόμουν για το ότι πολέμησα.
Πολύ καιρό περίμενα την στιγμή αυτήν,όμως ήταν η αρχή της πτώσης τους.
Μέτα το τέλος στεκόμασταν οι τρεις μας πάνω σε έναν λόφο και γύρω μας χάος.
Τότε τα σώματα των φίλων μου γιγάντων άρχισαν να φθείρονται…
“Εμείς θα τα ξαναπούμε..” είπε ο ένας,ευγενικός όπως πάντα..
“Κάποια στιγμή θα ξαναδώ τα μούτρα σου ε?” είπε και ο άλλος,αγενής ως συνήθως.,,

“Όλοι θα ξαναβρεθούμε,σε άλλες εποχές και σε άλλες καταστάσεις.
Και θα δοκιμαστούμε ξανά,φροντίστε να είστε εκεί και να έχετε τις μάχαιρες σας ακονισμένες.
Εμείς θα κάνουμε ότι άλλοι δεν μπορούν,και θα λογοδοτήσουν όλοι τους.
Και επειδή από λόγια δεν καταλαβαίνουν,μαζί τους θα μιλήσουμε με τα όπλα.
Το κυνήγι ξεκίνησε,και οι ρόλοι αντιστράφηκαν.
Και δεν θα έχουν πουθενά να κρυφτούν,για την κάθε χαμένη ψυχή θα δεθούν…”

Κάρφωσα το σπαθί μου στη γη,έβγαλα την πανοπλία και έκατσα λίγο.
“Το κακό είναι ότι και εσείς με αφήσατε πάλι” είπα κοιτώντας τους δύο φίλους μου,καθώς το πνεύμα τους εγκατέλειψε το υλικό προσωρινό σώμα και πήγε πάλι να συναντήσει τον Θεό όλων. Πήρα κάτι από τα πράγματα του κάθε ένα και έφυγα.
Μία μάχη δεν αλλάζει την τροπή του πολέμου και είναι πολλά τα μέρη που πρέπει να πάω.
Η τροπή όμως άλλαξε και μάχες δώσαμε άλλες δύο…
Μεγάλες ιστορίες,σε κόσμους που ακόμη δεν υπάρχουν μα υπήρξαν.

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Τα Χρονικά Της Απώλειας Μέρος 17ο


Θυμάμαι τελευταία φορα που σε κοίταξα στα μάτια,σταμάτησες λγο να μιλας και πριν ξεσπάσεις ειπες:

“Ολα αυτα τα ωραια που γράφεις τωρα θα τα αφιερώνεις σε αλλες…”
..και δάκρυσαν τα πρασινα μεγαλα ματια σου.

Δεν ειναι ετσι…νομιζεις καταλαβαινουν απο παθος και έρωτα?
Δεν εχω να αφιερωσω πλεον τιποτα,σε καμια.
Μια ήσουν εσυ,ενας εγω και τωρα μισοι και οι δυο.

Προς το παρων θα βαδισουμε σε αλλους δρομους..
Ποτε δεν ξερεις ε?
Ποτε.

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Ο Έρωτας. Μέρος 19ο


Τις Κυριακές σε έπαιρνα και πηγαίναμε κάπου.
Οπουδήποτε ή απλά σπίτι μόνοι.

Κάποιες φορές μιλούσαμε πολύ,άλλες καθόλου.
Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου.
Τι κοιτούσα,δεν ξέρω ακόμη.

Το μόνο που ξέρω είναι τι αισθάνθηκα.
Δεν θυμάμαι τα λόγια,μα θυμάμαι τα συναισθήματα.

Ξανά,δεν έχει επανάληψη.

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Τα Χρονικά της Απώλειας,Μέρος 17ο.(Η δαιμονική καρδιά)


Η μάχη όπως εξελίχθηκε για πολλούς παρατηρητές έμοιαζε άνιση. Αν και θνητός,με σάρκα και αισθανόμενος την κόπωση κατανικούσα δαίμονες ξανά και ξανά. Άλλοι λουόμενοι με φλόγες, άλλοι αόρατοι, άλλοι άφθαρτοι υπό μία έννοια αθάνατοι και κανείς δεν μπορούσε να νικήσει ένα μεγάλο σε ηλικία σαν εμένα.

8236-demon-slayerΚαι αν φορούσα πανοπλία και αν το σπαθί μου ,πνευματικό στην φύση του, έκοβε τα πάντα σαν να ήταν από νερό δεν άλλαζε το γεγονός ότι πέρασαν τα χρόνια κατά χιλιάδες και εγώ δεν ήμουν ακμαίος. Στο σύνολο όλων αυτών προστάτευα και την μικρή πριγκίπισσα ,και ο εχθρός δεν έχανε ευκαιρία να προσπαθήσει να της κάνει ζημιά.

“Έχουμε νικήσει αυτή την μάχη από καιρό,και δεν αντιλήφθηκες τι έγινε. Θα πάρουμε ξανά ότι αγάπησες και ότι ορκίστηκες να προστατεύσεις,και στο τέλος θα χάσεις όλη την ελπίδα σου και κάθε πίστη σε Εκείνον που το όνομα Του να προφέρουμε δεν μπορούμε.” είπε ο Μεφιστοφελής.

Σταμάτησα μια στιγμή και η μικρή απομακρύνθηκε από εμένα,έτρεξε προς το μέρος των διαμονών και ενώ φοβήθηκα για την ζωή της,ετοίμασα όλες μου τις δυνάμεις για να την πάρω πίσω σε μία τελευταία ίσως ηρωική κίνηση.


Τότε πάγωσα… Οι δαίμονες δεν την πολέμησαν,επίθεσή δεν έκαναν αλλά την αγκάλιασαν,χαμογέλασαν ειρωνικά προς το μέρος μου και ο Μεφιστοφελής βρόντηξε και με βρυχηθμό λέοντος είπε όλο υπερηφάνεια:

“Δική μας είναι ,η καρδιά της είναι σαν τις δικές μας.Δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πίσω και ποτέ δεν θα επανέλθει.Μόνο το σκοτάδι θα γνωρίσει και για αυτό φταις εσύ. Η αδυναμία σου! Η καρδιά της πλέον είναι δαιμονική.”

Μονομιάς εξαφανίστηκαν όλοι,μαζί και εκείνη η μικρή που τόσους αιώνες προστάτευα.

Μεγάλε Βασιλέα,που έσφαλα..τι έγινε…δεν κατανόησα ….που…γιατί…πως? Τώρα τι?

Θυμάμαι είχαν περάσει τα χρόνια…


Θυμάμαι είχαν περάσει τα χρόνια,νίκησα τους έξι ακόλουθους των σκοτεινών θεών,και επιτέλους μετά από αιώνες ο κόσμος μπορούσε να χαμογελάσει λίγο ξανά.
Δεν φορούσα πλέον ούτε πανοπλία,και το σπαθί μου ξαναμπήκε στην θήκη του ώστε ποτέ ξανά μην χρησιμοποιηθεί.
 
Εκείνα τα βράδια λοιπόν,πήγαινα έξω στον λόφο και σαν πήγαινε να δύσει ο ήλιος ύψωνα τα χέρια μου σε μια κίνηση σαν να αγκάλιαζα τον κόσμο και τότε προσευχόμουν στον Πατέρα.
Τότε γινόμουν ένα μικρό παιδάκι ξανά για λίγο,ηρεμούσε η καρδιά μου και όλα χανόντουσαν από το μυαλό μου.
 
Υπήρχε μόνο Εκείνος και εγώ,σε μια σιωπηλή μικρή στιγμή,εκεί που δεν υπάρχουν λόγια και δεν είναι ανάγκη να ακούγονται λέξεις για να νιώσεις την καρδιά του άλλου.
 
Δεν είχα ανάγκη από ναούς,ούτε από περίπλοκες φιλοσοφίες ή ιδέες τι είναι ο Θεός. Η καρδία μου και η ψυχή μου,η μόνη γλώσσα που γνώρισαν ήταν η καλοσύνη, αυτή μου έμαθε ο Πατέρας και ήξερε καλά τι έκανε…
 
Ανυπομονούσα να γίνει αυτή η αίσθηση αιώνια,ήξερα όμως το τι θα επακολουθούσε.
Όλα είναι ήρεμα πριν την καταιγίδα.

Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Η Αρχή,Μέρος 13ο.


Θυμάμαι ήμουν αλαζόνας και δια των χαρισμάτων που μου έδωσε Εκείνος,προκαλούσα τους πάντες και ήθελα να γευτώ και να “δαγκώσω” τα πάντα και τους πάντες ,σαν ένας λαίμαργος λέοντας..

Εκείνο το βράδυ μπήκαν σε ένα από τα μέρη που οι άνθρωποι έπιναν και μεθούσαν,προκαλώντας για άλλη μαι φορά την τύχη μου και τον κόσμο.Διέκρινα τον πιο μεγαλόσωμο εκεί μέσα,καθισμένο άλλα ντυμένο με κουρέλια,μόνο του σε μία γωνιά.Κανείς δεν του έδινε σημασία,άλλα εγώ ήξερα…
Χωρίς να πω τίποτα τον πλησίασα και το χτύπησα.Πολλές φορές.Μα εκείνος δεν κουνήθηκε καθόλου,μέχρι που σηκώθηκε και τότε όλοι διέκριναν το ποιος και τι ήταν.

1758546-whitebeard___one_pieceRead More »

Ads




Recent Comments


    Ημερολόγιο

    September 2017
    M T W T F S S
    « Aug    
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930