Category: Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου


Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Οι Μάχες, Μέρος 82ο.


Και τότε η Σκοτεινή Βασίλισσα έδειξε με το δάχτυλο της εμένα, υψωμένη πάνω στα τοίχοι του κάστρου της. Ψιθύρισε κάτι, λόγια βλάσφημα και γιγαντώθηκε παίρνοντας την μορφή ενός αρχαϊκού δαήμονα φτιαγμένου από μαύρο μάνα.

Με ταχύτητα ερχόταν κατά πάνω μου οι μαθητές μου έκαναν να την εμποδίσουν μα ήταν τόσο αδύναμοι μπροστά της, σαν μικρά παιδάκια. Βρέθηκαν όλοι βαριά χτυπημένοι σε σημεία διάφορα μη μπορώντας να πιστέψουν ότι συνέβαινε εκείνη την στιγμή.

“Φυσικά και είσαι τόσο δυνατή. Ήσουν γυναίκα μου άλλωστε..”

Δεν είχα κινηθεί καθόλου και σε δευτερόλεπτα ήταν μπροστά μου. Όλο το μαύρο μάνα σαν σύννεφο με τύλιξε και μπήκε μέσα μου από τα ρουθούνια και με γέμιζε διαρκώς μέχρι που έμεινε από αυτήν μόνο η θνητή της μορφή.

Κάτι χάθηκε από μέσα μου, δεν ήξερα τι.

Και εκείνη τότε έκανε επίθεση, λεπίδα εναντίον της ρομφαίας μου.
Μαγεία εναντίον της αφθαρσίας μου σε αυτήν.
Οργή εναντίον της σιωπής μου.
Και θάνατος εναντίον της αθανασίας μου.

Τότε κατάλαβα, δεν ήμουν αθάνατος πλέον,αυτό έκανε!

Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι άλλαξε ένιωσα ένα βέλος να καρφώνεται στο στήθος μου και μια λεπίδα να κόβει το στομάχι μου.

“Πονάω…αλλά σαν απλός θνητός. Πρωτόγνωρος πόνος για εμένα…Κάτι με ανησυχεί.”

Σκόρπιες σκέψεις,εγώ να κείτομαι και να ξεψυχάω.

Ήρθε εκείνη και μίλησε στο σχεδόν άψυχο κουφάρι μου:
“Κάθε φορά θα θανατώνεσαι και κάθε φορά θα χάνεις και μέρος σου. Ώσπου στο τέλος δεν θα έχεις τίποτα. Και όσοι πολέμησες,όσοι νίκησες και το δαιμονικό γένος μετ’αυτων θα έρθει να σε βρει στην πιο αδύναμη στιγμή σου…”

Όλα μαύρα.

Παιδικές φωνές,λίγο κλάμα.

Ξαναγεννήθηκα…

Τα επικά του Μέγα Θεόδωρου,Οι διδασκαλίες, Μέρος #4880


Τότε είπα στους μαθητές μου το εξής:
Δεν λογίζεται άνθρωπος να αγαπάει τον Θεό και μην αγαπάει την κτίση όλην,πόσο μάλλον τον αδερφό του. Και δεν λογίζεται άνθρωπος να φτάσει στην θέωση αν δεν κάνει την Αγάπη πράξη

Και τι είναι η Αγάπη?

Να δώσεις λίγο από τον χρόνο σου για να ακούσεις τον πόνο του άλλου, να δώσεις λίγο προσευχή για εκεί όπου αυτή χρειάζεται και να δώσεις μια αγκαλιά σε εκείνον που πονάει.

-Τα επικά του Μέγα Θεόδωρου,Οι διδασκαλίες, Μέρος #4880

Τα Επικα του Μεγα Θεόδωρου,Οι Μαχες,μέρος 4ο.


Είσαι έτοιμος μικρέ?” είπε ο δάσκαλος μου και για πολλούς αιώνες πατέρας μου. Με θανάσιμες πληγές στο σώμα και με προχωρημένη ηλικία πλέον ήταν εκεί,στεκόταν αγέρωχος και δεν με κοίταξε. Κοίταξε λίγο δεξιά,λίγο αριστερά και γέλασε λίγο. ΟΙ εχθροί μας δεν ήταν τίποτα παρά προβολές όντων του πραγματικού κόσμου, σε ένα παιχνίδι που θα χάναμε. Ο κάθε ένας μας είχε έναν ρόλο να παίξει, και όσοι ήταν διατεθειμένοι να πάνε παραπέρα μπορούσαν. Πως όμως νικάς κάποιον που εδώ είναι προβολή και δεν μπορείς να χτυπήσεις την πραγματική ύπαρξη του?

Αυτά σίγουρα τα είχε σκεφτεί και ο πατέρας μου τότε, άλλωστε σε αντίθεση με εμένα εκείνος επέλεξε να ενσαρκωθεί ξανά και πολλές φορές. Τότε μονολογώντας είπε: “Τίποτα δεν υπάρχει και ότι υπήρξε θα υπάρξει,και ότι θα υπάρξει στο μέλλον θα υπάρχει και στο παρελθόν. Ο κόσμος αυτός δεν είναι υπαρκτός, και ζημία μπορείς να κάνεις από εδώ στο εκεί ,το δικό τους εκεί…

Μονομιάς έπιασε τον αέρα με το ένα χέρι σαν να ήταν νερό, σαν να ήταν μανδύας και με το άλλο έδωσε τόσο δυνατή γροθιά στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που κοιτούσε που ράπισε η ύπαρξη και ο ψεύτικος κόσμος,ράγισε ο αέρας!

Στην μία πλευρά η ύπαρξη σχίστηκε σε κομμάτια σε απόσταση πολλών χιλιάδων ετών φωτός και στην άλλη ωστικά κύματα κατέστρεψαν κατά σειρά χτυπώντας τις μορφές όλων των προβολών όσων είχαν το σημάδι των εχθρών μας.Δεν έμειναν και πολλά να κάνω εγώ,είχα καθίσει πιο πέρα ατάραχος. Δεν ήταν ότι δεν ήξερα την δύναμη του,μπορούσα και εγώ να κάνω παρόμοια πολλά,όχι σε τόσο δύναμη ή ένταση αλλά είχα και εγώ την δική μου ιστορία.

Αποδεκατισμένα και κομματιασμένα τα σώματα ων εχθρών μας κοιτούσαν πριν χαθούν.

 

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω…


Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω. Είχα κάνει ετοιμασίες βέβαια,αλλά εμφανίστηκες ξαφνικά και είπες ήταν για λίγο.
Και κάθε χρόνος ήταν ένα μαρτύριο για εμάς,για το πότε θα πάμε μακριά από όλους και όλα,κάπου μην μας βλέπει κανείς,μην μας ακούει κανείς…ξεχασμένοι από τον κόσμο και τα ψέματα του.
Με κάρφωνες με τα μάτια σου,όσο μακριά και αν ήμουν και ντρεπόμουν να μην σε κοιτάξω.
Κάποιες φορές εύχομαι να έρθεις έξω από τα πάντα κλειστά παντζούρια μου και να μου πεις “σήκω,φεύγουμε.”
Να βγάλω μια ετυμηγορία για όσους με αδίκησαν και με πίκραναν,μια για όσους με βοήθησαν και χωρίς να με πουν φίλο η αδερφό ήταν εκεί,να την δώσω στον Θεό και να φύγουμε.
Νιώθω πάντα ένα βάρος από τις στιγμές μαζί σου,όλα τα συναισθήματα και όλες τις εικόνες.
Αυτά δεν σβήνονται,ποτέ.

Η αγάπη σου για εμένα ξεπέρασε λόγια και σκέψεις ,έγινε ένα βλέμμα.


Η αγάπη σου για εμένα ξεπέρασε λόγια και σκέψεις ,έγινε ένα βλέμμα.
Κάποιες φορές μου έλεγες τι είναι αυτά που κάνω,για ποιον…οι γύρω μου πάντα με πονούσαν.
Φίλοι, αδερφοί…αστεία πράγματα και λέξεις.
Τελικά μόνο εσύ προσπάθησες,χωρίς να έχεις πολλά,απλά αγκαλιάζοντας με και τότε μόνο χαλάρωνα λίγο μέχρι το πρωί που σηκωνόμουν να ξαναπάω κόντρα στον καιρό ,κόντρα στη ψεύτικη ηθική του κόσμου που οι άνθρωποι δίνονται με ευχαρίστηση στην αμαρτία και μετά μιλάνε για Θεό.
Δεν είμαι εδώ να κρίνω κανέναν,ούτε διάθεση έχω για κάτι τέτοιο.
Ξέρεις,εκείνα τα βράδια που ακουμπούσαμε τα σώματα μας,και σε έπαιρνα αγκαλιά σκεφτόμουν πως αν ήμουν διαφορετικός θα με αγαπούσες λιγότερο.
Κάθε μικρή στιγμή μαζί σου ήταν η ζωή μου και μέρες μετά έβλεπα νέους δρόμους που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν.
Εσύ και μόνο ήσουν το κίνητρο μου για όλα,και χωρίς εσένα δεν έχω λόγο να κάνω τίποτα.
Και έκλεισα την ψυχή μου σε ένα δωμάτιο και πόρτες δεν έχει.
Και δεν θέλω να έχει,δεν θέλω κανέναν εδώ μέσα.
Είναι όλοι ανάξιοι να με ξαναδούν.
Νιώθω ότι χάνομαι,και δεν ακούω την φωνή σου…

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Ο Έρωτας. Μέρος 191ο


Περπατούσαμε μαζί,χέρι χέρι μέσα στο κρύο και εκείνο το βράδυ δεν μιλούσα.
Σταμάτησες απότομα,με τράβηξες προς εσένα και τα κατακόκκινα χείλη σου έγιναν ένα με τα δικά μου.
Δάκρυσες…
“Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι,χαμένο μέσα στο σκοτάδι.”
Γέλασα δυνατά!
Πάντα ήσουν μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου,για αυτό είπα ότι για εσένα θα κατακτούσα τον κόσμο αν χρειαζόταν.
Μόνο για εσένα.
Οι άλλοι όλοι δεν μπορούν να συγκριθούν με εσένα,δέκα κλειδιά έδωσα στον καθέναν και όλοι τα σπάσανε με την κάλπικη ηθική και το όμορφο ψέμα.
Εσύ όμως,ήσουν διαφορετική.
Αντί να δοκιμάσεις κλειδιά,ήρθες και χτύπησες την πόρτα μου και εγώ την άνοιξα.
Πέρασες μέσα στη ζωή μου τόσο φυσικά,τόσο απλά και τόσο απαλά.
Έκοψα το χέρι μου,και με το αίμα μου έγραψα κάτι σε ένα χαρτί.
Ήταν το πρώτο μου όνομα,τότε που δημιουργήθηκα – πράγμα που ξέρουμε ίσα με μια χούφτα ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.
“Όταν υποφέρεις για την άνοιξη, όταν κρυώνεις,
όταν δαγκώσεις με παράπονο τα χείλια σου.
Όταν οι δρόμοι σου χαθούν χωρίς λόγο και απότομα,
όταν θα χαθείς για εκεί που να πας και φοβάσαι να κλάψες,
όταν βουλιάζεις στο χάος και στο τίποτα,
με αυτό το όνομα τρεις φορές να με φωνάξεις.”
“Να με φωνάξεις…”
είπα και σε φίλησα στο μέτωπο…
Επιτέλους σταμάτησαν τα δάκρυα σου,και έλαμψες σαν το ήλιο!

Ads




Recent Comments


    Ημερολόγιο

    September 2017
    M T W T F S S
    « Aug    
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930