Category: Πέραν των κοσμικών


Μνήμες πολέμου.. Μέρος 1ο.


Περιπλανιόμουν εκείνη την εποχή στα μέρη που τώρα ονομάζονται Ασία και δεν είχα προορισμό συγκεκριμένο. Ένας περαστικός άνεμος,ένα τίποτα που ταξίδευε και στα μέρη που με πήγαινε η Αγάπη Του έβλεπα και διδασκόμουν όσα οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να μου εξηγήσουν ποτέ.

Είχα χαθεί κάποια στιγμή μέσα σε ένα δάσος και για μέρες περιπλανήθηκα εκεί ώσπου στο τέλος άκουσα φασαρία. όχι με τα αφτιά μου, αλλά με την ψυχή – κάτι με κίνησε να πάω προς τα ανατολικά. Ξεκίνησα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μετά από λίγο,βγήκα σε έναν δρόμο και εκεί είδα τρεις μορφές και μου δόθηκε πληροφορία ποιες ήσαν αυτές.

 

Ήταν δύο στρατιώτες και ένας νέος, εκείνοι θύτες είχαν πάρει την ζωή του πατέρα του και εκείνος ο νέος ζήτησε εκδίκηση. Σκελετωμένος,πολύ λεπτός ,με ένα όπλο στο χέρι και καμία εκπαίδευση πως θα μπορούσε να κάνει κάτι…

Έκανα να κινηθώ προς τα εκεί, να αποτρέψω ένα συμβάν και να δημιουργήσω κάποιο άλλο. Στο πρώτο μου βήμα κοκάλωσα και δεν είπε τίποτα ο Πατέρας, έπρεπε μόνο να κοιτάξω. Τότε άκουσα τον νέο να αναφωνεί,να οπλίζει και να ρίχνει τρεις σφαίρες… μετά θόλωσαν όλα και πήγα μπροστά στον χρόνο. Είδα του δύο καλοθρεμμένους και εκπαιδευμένους στρατιώτες, τον έναν χάμω και έναν όρθιο με μια τρύπα στο δεξί χέρι να αιμορραγεί ακατάπαυστα… και τον νέο πιο πέρα σε άθλια κατάσταση και με το ένα χέρι σπασμένο να κρέμεται από τον αγκώνα και κάτω με όλα τα κόκαλα σπασμένα.

Ελευθερώθηκα και έτρεξα πανικόβλητος προς τα εκεί. Στο δρόμο δεν έδωσα σημασία στον νεκρό πεσμένο στρατιώτη και στον άλλον καθώς αιμορραγούσε τον άρπαξα από την κεφαλή ,γιατί ήταν στον δρόμο μου και τον έσπρωξα με τόση δύναμη που έφυγε μέτρα μακριά. Είχε χάσει τόσο αίμα που θα πέθαινε σίγουρα.

Έφτασα στον νέο,ματωμένος καθώς ήταν έκλαιγε και φώναζε, έβλεπα στα μάτια του ότι χανόταν η ζωή του. Τον πήρα στα χέρια και άρχισα να κλαίω…

Ορκίσου μου,’ότι αν σε σώσω θα ζήσεις για πάντα!

Δεν είχα χρόνο να δεχτώ απάντηση,τον έδεσα πάνω μου και περπατήσαμε χιλιόμετρα μέχρι να φτάσω και να τον αφήσω σε κάποιο νοσοκομείο για να αναρρώσει και να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τι είναι αυτά που με βάζεις να ζήσω Πατέρα…γιατί τόσο αίμα? Γιατί τόσος πόνος? Κάνε να τελειώσουν όλα…

Χάθηκα ξανά μέσα στο δάσος…

Και εγω ήμουν εκεί..σωριασμένος…


Και εγω ήμουν εκεί..σωριασμένος.Με ενα κενό εκεί που θα έπρεπε να ήταν η καρδιά μου…και το αίμα κυλούσε γύρω μου.Εχανα την συνείδηση μου…
Πεθαίνω σκέφτηκα.Ετσι τελιωσαν όλα.Νικήθηκα πρωτη φορα στη ζωή μου…

Και τότε εκείνη η μικρη κινδύνεψε και φώναξε το μόνο ονομα που ήξερε και αγαπουσε,το μονο που εμπιστευόταν.Κλαίγοντας…

Και εγώ σηκώθηκα.Το σώμα μου σηκωθηκε μόνο του.

Και άφησα τα πιο αγρια ένστικτα μου έξω,και το σκοτάδι να με απορροφήσει τελειως.Το να αγαπας,είναι το να προστατεύεις.Μόνο αυτό ηξερα και μόνο αυτό πίστεψα…

Εβγαλα μια κράυγη πονου καθώς έχανα την ψυχή μου,για να την σωσω.Στιγμιαια ολα παγωσαν καθως εκεινη καταλαβε τι έκανα,και δάκρυσε.
Δεν αφησα κανέναν ζωντανό.
Ακόμη και έτσι την κοιταξα μια τελευταια φορα,και εφυγα.

Βασανισμένη ψυχή ,ψιθύρισε εκεινη.Περιπλανήσου και βρες λύτρωση…

Και μονομαχούσα με τόση μανία με τον εαυτό μου…


Και μονομαχουσα με τοση μανια με τον εαυτο μου.Και ηταν αήττητος.ΚΑι χτυπημα μετα απο χτυπημα,και γνωριζοντας την καθε μου αδυναμια με χτυπαγε οπου πονουσα.Και δεν μπορουσα να νικησω.Στο τελος τοτε έπεφτα….
Σωριασμενος τοτε ρωτουσα…

Γιατι εισαι τοσο δυνατος?Γιατι…ειμαστε ιδιοι..οτι εχω,εχεις.

Στεκοταν τοτε εκεινος με την πλατη σε εμενα και φλέγονταν το συμβολο του Παραδεισου στην πλατη του και απαντουσε περιφρονικα…

Εσυ με κανεις δυνατο.Εσυ.Με τις επιλογες σου.Εχουμε την ιδια δυναμη,αλλα τρεφομαι απο τον εγωισμο σου και γνωριζω τις αδυναμιες σου.Εγω δεν εχω τετοια.Το συμβολο στην πλατη μου ειναι τι σου αξιζει δικαιωματικα ,αλλα δεν θα στο δωσω με τον τροπο που εσυ πιστευεις οτι διεκδίκητε αυτο….

“Δεν μετράει ποτέ και τίποτα.”


“Δεν μετράει ποτέ και τίποτα.” ήταν η απάντηση Του για τον ερώτημά μου.
Και δεν βρήκα άνθρωπο τέτοιον,και όλα χάνονται.
Μένει η πίκρα,όχι γιατί αδικήθηκές ,αυτό δεν το Επέτρεψε ,αλλά γιατί δεν βρίσκεις κάποιον με το ίδιο θέλημα με τον δικό σου:Να περπατήσετε μέχρι την Θέωση μαζί,να γονατίσετε μπροστά Του,να γίνεται Θεοί και φίλοι Του.
“Δώρα – άδωρα,ευχές και χρόνια πολλά,ευχές και λόγια κενά.”
“Και που βαδίζεις,που πας,γιατί πας εκεί που πας,θα φτάσεις ποτέ?”
Α ρε γέρο…κάπου στην μνήμη μου,εκεί χαμένος είσαι να κοιτάς τον ουρανό και να κλαις,ανυπομονωντας για εκείνη την στιγμή.
Έπειτα επεφτες στα γόνατα,κοιτούσες το χώμα και αναπολούσες εποχές άλλες.
Τότε δεν καταλάβαινα,τι σε στεναχωρούσε τόσο και μόνο να σε κοιτάω μπορούσα από λίγο πιο πέρα.
Εμένα δεν με ντρεπόσουν και δεν έκρυβες την δόξα σου,εγώ ήμουν απλός,δεν μου φαινόταν σαν κάτι παράξενο.
Εύχομαι Θεέ Θεών,μην είμαι μόνος μου γιατί για όσα μου έδωσες και θα μου δώσεις,νόημα και ικανοποίηση δεν θα βρω αν δεν έχω να τα δώσω κάπου…
Κάνε να δοθούν σε εκείνους που αξίζουν,μην “χάσω” και αυτήν μου την ζωή αδίκως.
Ακόμη προσμένω.

..και ειπα στους μαθητές μου τοτε:


..και ειπα στους μαθητές μου τοτε:
Απο μακριά οι ομορφοι στο σώμα άνθρωποι, οι επιτυχημένοι και οι δυνατοί είναι σαν τα λιβάδια καταπράσινα και όμορφα.
Οταν ομως πλησιάσεις,βλέπεις οτι δεν έχουν τίποτα να δώσουν,πάρα είναι τσουκνίδες που σε πονάνε τρυπώντας σε.

Για τόσες ζωές και τόσο καιρό δεν είχα ιδέα τι είναι ο προ-αιώνων υπάρχων Θεός…


Για τόσες ζωές και τόσο καιρό δεν είχα ιδέα τι είναι ο προ-αιώνων υπάρχων Θεός.
Οι δυνάμεις του χάους έκαναν καλά την δουλειά τους και εγώ περιπλανήθηκά σε κόσμους χαοτικά μεγάλους,εκεί που οι νόμοι της φύσης δεν είχαν καμία πραγματική έννοια και μπορούσες κατά την δύναμη του νου να τους αλλάξεις.
Άλλοτε στο υλικό κόσμο και άλλοτε σε διαστάσεις που η ύλη οριζόταν σαν καταδίκη της ύπαρξης,και κανένα ον δεν την δεχόταν σαν πραγματικότητα.
Όλα αυτά στη μάταιη αναζήτηση μου για δύναμη,να ξεπεράσω ,τον μόνο που έσπασε την λεπίδα μου,τον μόνο που έσπασε το πνέυμα μου με τόση άνεση…
Κινούσε το σώμα μου η οργή,το πνεύμα χαμένο ανάμεσα σε σκέψεις…κενές ίσως με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή κάτι θα γίνει και θα αλλάξουν όλα.
“Δεν θα αλλάξει τίποτα” είπε ο γεράκος εκείνος που πάντα προσευχόταν για εμένα,καθώς αναλογιζόμουν αυτά.
“Δεν θα αλλάξει,αν εσύ δεν θελήσεις να αλλάξεις.Μηχανικά δεν γίνεται τίποτα.Πρέπει να κάνεις έστω ένα βήμα -την θέληση- για να έρθει σε εσένα Εκείνος.” και σώπασε.

Αυθάδεις ως συνήθως εγώ,δεν έδωσα σημασία.
“Βρωμόγερε..” μουρμούρισα.
“Τι να ξέρεις εσύ από δύναμη,από δόξα,από μάχες,από τα πάντα! Όλη σου την ζωή κάτι προσευχούλες κάνεις,και που ωφελούν αυτά?”
Τέτοιες ήταν οι σκέψεις μου,που να ήξερα όμως τόσο καιρό ποιος ήταν εκείνος ο γεράκος…
Κάποια στιγμή έμαθα,και έπεσα στα γόνατα μπροστά του,κλαίγοντας.
“Τελικά η δύναμη έρχεται από αλλού.”
“Χιλιάδες φορές θα το λες”,συμπλήρωσε ο γεράκος” και κανείς δεν θα καταλάβει.”
“Μάχες,δόξες,προηγούμενες και επόμενες ζωές,δήθεν ηθική και καταστάσεις βολικές για όσους δεν έμαθαν να κάνουν τίποτα άλλο στην ζωή τους.”

“Και πώς θα μάθουν,να αισθάνονται,να κινούνται από το Ένα θέλημα. Στους ουρανούς,όλοι ένα θέλημα έχουν και εμείς ο καθένας το δικό του.Πως θα αλλάξει αυτό?”

“δεν θα το αλλάξεις εσύ.Να θυμάσαι,το να ταπεινωθείς,είναι επιλογή ή πιο σωστά…έτσι θα έπρεπε να είναι.Θεληματικά να υποδουλωθείς,από αγάπη.Εσύ αυτό πράξε και όλα θα μπουν σε σειρά.Αν αναγκαστικά ταπεινωθείς δύο τινά θα συμβούν…είτε θα ζήσει το πνεύμα σου πραγματικά,ή ο εγωισμός θα το καταρρίψει και θα πέσεις σε άβυσσο μεγάλη.”

Ads




Recent Comments


    Ημερολόγιο

    September 2017
    M T W T F S S
    « Aug    
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930