Category: Πέραν των κοσμικών


Και με κάλεσε μπροστά στον Θρόνο Του…


…και στιγμιαία βρέθηκα μπροστά Του. Υποκλίθηκα και γονάτισα, από επιλογή και χαρά που ξαναείδα τον Αιώνιο και Ουράνιο Πατέρα,από ελευθερία και όχι αναγκαστικά.

Σήμερα θα σου δώσω κάτι , κάτι που λίγοι έχουν και ότι είσαι εσύ θα γίνει και αυτό.

Πρόβαλε το χέρι σου μπροστά και άγγιξε τον αιθέρα σαν να πιάνεις την λαβή ενός σπαθιού. Και τράβηξε το από την θήκη του.

Έτσι και έπραξα και έτσι απέκτησα το σπαθί μου, ένα σπαθί φτιαγμένο από την ψυχή μου με μία ελαφριά χρυσή όψη και ένα απαλό φως. Το σπαθί πάνω είχε χαραγμένο το όνομα μου και κάποια ακόμη πράγματα τα οποία δεν ήξερα τι σήμαιναν.

Θα ταξιδέψεις σε κόσμους πολλούς και θα βρεις την μικρή πριγκίπισσα που έχει την ανάγκη σου. Θα την ελευθερώσεις από τα δεσμά της και θα ταξιδέψεις έπειτα σε εφτά διαφορετικά μέρη από τα βάθη της κολάσεως έως τα πιο ψηλά βουνά και θα αποδώσεις δικαιοσύνη. Λίγα πλάσματα σε αυτούς τους κόσμους δεν θα διστάσουν να σε πολεμήσουν όσο έχεις ένα τέτοιο όπλο γιατί θα καταλάβουν την ποιότητα της ψυχής σου.

 

Αυτά μου είπε Ο Θεός Θεών και βρέθηκα πίσω στον κόσμο μου.

Πρέπει να βρω μια πανοπλία τώρα και να ξεκινήσω. Για που όμως,πως θα βρω την μικρή που με έχει ανάγκη και γιατί εμένα?

Σκόρπιες και βιαστικές σκέψεις. Δεν έχει σημασία, βγήκα και κίνησα να εκπληρώσω την μοίρα μου…

Κάτι από το τίποτα…


Καθόμασταν τότε γύρω ατό την φωτιά με τους μαθητές μου συζητώντας για διάφορα θέματα και γελώντας. Βράδιασε πλέον και είχαν πέσει οι τόννοι, και ήμασταν όλοι ξαπλωμένοι κοιτώντας τον ουρανό, κάποιοι αναπολώντας αρχαίες ζωές και ουσιαστικές στιγμές που χάθηκαν. Ήμασταν όλοι δεμένοι με το ίδιο στοιχείο: Την απώλεια.

Κάποια στιγμή ώρα πλέον περασμένη, με ρώτησε ένας από τους μαθητές μου:

“Διδάσκαλε,ποιο είναι το μεγαλύτερο χάρισμα που έχεις και πως εξηγείς την ύπαρξή του σε εσένα?”

Σκέφτηκα λίγο,αναρίθμητα τα χαρίσματα μου αλλά πιο σημαντικό ποιο να ήταν…;

“Οι κακοί άνθρωποι ζουν προκαλώντας πόνο στους άλλους και από κάθε κακό γεγονός έχουν όφελος. Οι μέτριοι άνθρωποι ζουν από τα δεδομένα και τα αισθήματα που δεν είναι κυμματα φωτιάς. Οι καλοί άνθρωποι όμως,ζουν για να δημιουργούν αισθήματα αιώνια και από το τίποτα να φτιάχνουν κάτι μέσα σε όλο το χάος του κόσμου τούτου. Εγώ το χάρισμα του να φτιάξω κάτι από το τίποτα,το πήρα από τον Πατέρα,όπως Αυτός από τίποτα με έκανε κάτι και από την άβυσσο με πήρε και μου έδωσε Πνεύμα.”

Απορρόφησε ο μικρός εκείνος όσα είπα και έπειτα μας επισκέφθηκε ο Μορφέας…

Τότε ήταν που τον συνάντησα…


Τι παλικάρι είσαι εσύ βρε?” με ρώτησε εκείνος ο μαυροφορεμένος γέρος. “Δεν κάνει να μιλάω με ξένους. Άλλα με λένε Θοδωρή” ψέλλισα και κοίταξα γύρω μου να δω που είναι η μαμά μου.

Μην φοβάσαι,η μαμά σου θα έρθει σε λίγο. Και να σου πω, τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις?” με ρώτησε. “Προγραμματιστής θέλω.” απάντησα.

Τότε μπροστά μου ο γέρος έγινε νεότερος και με κοίταξε στα μάτια…

Μάλιστα…” είπε και συνέχισε να με κοιτάει. Το βλέμμα του με κάρφωσε και με είδε από άκρη σε άκρη. Ντράπηκα, θυμήθηκα κάτι από παλιά και αμέσως το ξέχασα.

Χαμογέλασε αυτός και η αμηχανία μου χάθηκε. Μου χάιδεψε το κεφάλι και είπε:

Θα φύγω,να έρχεται η μαμά σου. Τώρα θα ξεχάσεις,μετά θα θυμηθείς και παιδί θα μείνεις πάντα.

Πέρασαν τα χρόνια.

Για αυτό έφτιαξες τον κόσμο…


Θυμάμαι με είχες πάρει και με είχες πάει σε κόσμους όπου έκατσα για λίγο και σε σχέση με τώρα , ήταν όλα τόσο ωραία. Δεν είχε ούτε ζέστη, ούτε κρύο, ούτε σκέψεις χαμένες… μα εκεί μου είπες δεν κερδίζετε ο Παράδεισος. Για λίγο ήταν ,να πάρω μία ανάσα.

Μετά μου είπες ότι θα με πας αλλού, πρέπει να μάθω. Σε ρώτησα τι μα δεν απάντησες. Η γλώσσα σου είναι η σιωπή άλλωστε. Μην με πας πάλι σε πολέμους, μην με πας πάλι να θυσιαστώ.

Ήταν εκείνο το βράδυ που σου είπα ότι Σε εμπιστεύομαι. Άλλωστε μόνο Εσένα γνώρισα, Πρώτος Εσύ ήρθες και μου χτύπησες. Άνοιξα τότε, ήμουν δεν ήμουν 4 ετών και πέρασες μέσα. Ακατάστατο το σπίτι αυτό σχολίασες και ξεκίνησες να το συμμαζεύεις. Πέρασαν τα χρόνια και Εσύ ακόμη έχεις δουλειά φαίνεται…

Ένα βράδυ μου ψιθύρισες,αποκάλυψες όσα θα γίνουν. Και ας με λένε τρελό,ξέρω ότι Τον Λόγο Σου θα τον κρατήσεις. Άλλωστε μόνο Αγάπη Είσαι.

Μνήμες πολέμου.. Μέρος 2ο


Που είσαι γέρο… σε χρειάζομαι…χάνομαι…πονάω.” Παντού αίμα στην γη πάνω, δικό μου θα είναι σκέφτηκα. Οι δαίμονες δεν αιμορραγούν και αυτή την φορά θα χαθώ και θα βασανιστώ για χιλιάδες επί χιλιάδων ετών για όσα τους έκανα.

Σχίστηκε ο ουρανός και κεραυνός μεγάλος την χτύπησε με μανία, και εκεί που έπεσε διέκρινα μια φιγούρα,θολά και ζαλισμένα. “Χάνομαι όλα ειναι στο μυαλό μου,έρχονται να με πάρουν και να με σύρουν στα βάθη της κόλασης,δεν μπορώ να ανασάνω,τα κόκαλα του θώρακα μου είναι σπασμένα,το σπαθί μου δεν κόβει και η πανοπλία μου έγινε και αυτή κομμάτια…

Ήρθε τότε εκείνος ο γεράκος και είπε με φωνή απαλή όπως πάντα,με τα ίδια μάτια όλο συμπόνια και δάκρυα για εμένα..

Μην φοβάσαι.Σήμερα δεν είναι η μέρα σου παιδί μου, οι εχθροί σου είναι τώρα πολλοί και θα γίνουν περισσότεροι να το θυμάσαι. Σήμερα όμως είναι η τελευταία δική μου μέρα, θα σου δείξω τον Νόμο και έπειτα θα σε περιμένω πάνω. Μην χαθείς όπως αυτοί που θα χαθούν μπροστά στα μάτια σου…

Ένωσε τα χέρια του ο γεράκος, μικρός σε ανάστημα και με μία καρδιά που δεν ξανασυνάντησα ποτέ να την πλησιάζει σε ομορφιά και εγώ άρχισα να κλαίω. Ήξερα ότι αυτό που θα έκανε θα αφαιρούσε την δική του ζωή για να σωθώ εγώ, και να αφανιστούν χιλιάδες δαιμόνων. Μόλις βέβαια το κατάλαβαν εκείνοι ήταν αργά,ο γεράκος ολοκλήρωσε τα λόγια στιγμιαία,χαμογέλασε και παρέδωσε το πνεύμα του μέσα σε μία χαοτική οπτική λάμψη που έβησε τις αμαρτίες όλων και μαζί και τις υπάρξεις τους.

Έφυγε το σκοτάδι,άνοιξαν οι ουρανοί και εκεί πλέον ήμουν μόνος μου κλαίγοντας και φωνάζοντας.

Γιατί με άφησες μόνο μου, γιατί θυσιάστηκες, γιατί…γιατί…γιατί… Κατάρα,δεν έχω κανέναν ξανά. Πάλι θα περιπλανηθώ από κόσμο σε κόσμο, από ζωή σε ζωή πάντα πολεμώντας την Απώλεια και τους δαίμονες. Πάντα πολεμώντας τον εαυτό μου και θάνατο δεν θα βρω πουθενά.

Σηκώθηκα, ζώστηκα ξανά με τα όπλα μου, με μία μισοσπασμένη πανοπλία και ξεκίνησα ξανά περπατώντας τους κόσμους να μετέχω σε μυστήρια που λίγοι έχουν δει.

Πάντα αισθανόμενος τον βλέμμα Του πάνω μου και απλά αφήνοντας τον εαυτό μου να κινηθεί όπου με οδήγησε η Χάρις του.

“Υποσχεσου ότι κάποτε θα με ενώσεις με όλα μου τα αδέρφια και όσους έχασα.” είπα ψιθυριστά αλλά εκνευρισμένα. Άνθρωπος είμαι άλλωστε…

Μνήμες πολέμου.. Μέρος 1ο.


Περιπλανιόμουν εκείνη την εποχή στα μέρη που τώρα ονομάζονται Ασία και δεν είχα προορισμό συγκεκριμένο. Ένας περαστικός άνεμος,ένα τίποτα που ταξίδευε και στα μέρη που με πήγαινε η Αγάπη Του έβλεπα και διδασκόμουν όσα οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να μου εξηγήσουν ποτέ.

Είχα χαθεί κάποια στιγμή μέσα σε ένα δάσος και για μέρες περιπλανήθηκα εκεί ώσπου στο τέλος άκουσα φασαρία. όχι με τα αφτιά μου, αλλά με την ψυχή – κάτι με κίνησε να πάω προς τα ανατολικά. Ξεκίνησα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μετά από λίγο,βγήκα σε έναν δρόμο και εκεί είδα τρεις μορφές και μου δόθηκε πληροφορία ποιες ήσαν αυτές.

 

Ήταν δύο στρατιώτες και ένας νέος, εκείνοι θύτες είχαν πάρει την ζωή του πατέρα του και εκείνος ο νέος ζήτησε εκδίκηση. Σκελετωμένος,πολύ λεπτός ,με ένα όπλο στο χέρι και καμία εκπαίδευση πως θα μπορούσε να κάνει κάτι…

Έκανα να κινηθώ προς τα εκεί, να αποτρέψω ένα συμβάν και να δημιουργήσω κάποιο άλλο. Στο πρώτο μου βήμα κοκάλωσα και δεν είπε τίποτα ο Πατέρας, έπρεπε μόνο να κοιτάξω. Τότε άκουσα τον νέο να αναφωνεί,να οπλίζει και να ρίχνει τρεις σφαίρες… μετά θόλωσαν όλα και πήγα μπροστά στον χρόνο. Είδα του δύο καλοθρεμμένους και εκπαιδευμένους στρατιώτες, τον έναν χάμω και έναν όρθιο με μια τρύπα στο δεξί χέρι να αιμορραγεί ακατάπαυστα… και τον νέο πιο πέρα σε άθλια κατάσταση και με το ένα χέρι σπασμένο να κρέμεται από τον αγκώνα και κάτω με όλα τα κόκαλα σπασμένα.

Ελευθερώθηκα και έτρεξα πανικόβλητος προς τα εκεί. Στο δρόμο δεν έδωσα σημασία στον νεκρό πεσμένο στρατιώτη και στον άλλον καθώς αιμορραγούσε τον άρπαξα από την κεφαλή ,γιατί ήταν στον δρόμο μου και τον έσπρωξα με τόση δύναμη που έφυγε μέτρα μακριά. Είχε χάσει τόσο αίμα που θα πέθαινε σίγουρα.

Έφτασα στον νέο,ματωμένος καθώς ήταν έκλαιγε και φώναζε, έβλεπα στα μάτια του ότι χανόταν η ζωή του. Τον πήρα στα χέρια και άρχισα να κλαίω…

Ορκίσου μου,’ότι αν σε σώσω θα ζήσεις για πάντα!

Δεν είχα χρόνο να δεχτώ απάντηση,τον έδεσα πάνω μου και περπατήσαμε χιλιόμετρα μέχρι να φτάσω και να τον αφήσω σε κάποιο νοσοκομείο για να αναρρώσει και να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τι είναι αυτά που με βάζεις να ζήσω Πατέρα…γιατί τόσο αίμα? Γιατί τόσος πόνος? Κάνε να τελειώσουν όλα…

Χάθηκα ξανά μέσα στο δάσος…

Ads




Recent Comments


    Ημερολόγιο

    July 2017
    M T W T F S S
    « Jun    
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31