Τα Επικά του Μέγα Θεόδωρου,Μέρος ???.

Ζαλισμένος άκουγα φωνές … ουρλιαχτά , ήχους αγωνίας και πόνου.
Δεμένος ήμουν σε πόδια μα και χέρια,με στόμα κλειστό καθώς ένας δαίμονας με μορφή μινοταυρου με έσερνε.
Αν δεν αναγνώριζα αυτή την αποκρουστική μυρωδιά της φωτιάς,του θειαφιού και της πνευματικής πτώσης που καίει την σάρκα,δεν θα ήξερα ότι έχω πεθάνει και βρίσκομαι ξανά στον Άδη.

Η μνήμες μου επέστρεφαν ξανά, συνειδητοποιούσα ότι στην μάχη μου κατά των θεών του Χάους έχασα. Δεν κράτησα τον λόγο μου να μην νικηθώ ποτέ, τι ντροπή αφού δεν μπόρεσα να κρατήσω τοην υπόσχεση μου στην μικρή Ασίζι.

Από κάθε σημείο που περνούσα, όλα τα βασανιστήρια σταματούσαν καθώς οι δαίμονες με αναγνώριζαν και ζητούσαν αυτό που έβλεπαν για δικό τους:
Τον πιο δυνατό από τους αντιπάλους τους, εκείνον που τους γονάτισε και κατέστρεψε πολλούς δαιμονικούς παραδείσους, εκείνον που τους έστειλε πίσω στον Άδη, εκείνον που τους στέρησε την απόλαυση της Απώλειας.

-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*-*–*
Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα τέλος, εκεί με έδεσαν πιο δυνατά και ξεκίνησαν να με κτυπούν,ουρλιάζοντας και γρυλίζοντας, προκαλώντας με να κάνω κάτι.
Δεν αντιδρούσα , λυσούσαν πιο πολύ χτυπώντας με πιο δυνατά.

Το αθάνατο σώμα μου πονούσε, καθώς κάθε στιγμή αναγεννιόταν και επούλωνε την κάθε πληγή , το κάθε σημάδι. Το μαρτύριο αυτό δεν τελείωνε, εγώ χαμένος μεταξύ πόνου και απώλειας, μουρμουρουσα πράγματα που δεν θα ήθελα να θυμάμαι, χωρίς καμία αντίδραση.

Μου άξιζε αυτό που ζούσα ,δίχως τελειωμό και δίχως αρχή, μια κατάσταση που κανείς δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ.

Τότε σταμάτησαν απότομα όλα, ο πόνος χάθηκε. Ένιωσα λίγο το σώμα μου ξανά, ανασηκώνοντας την κεφαλή μου είδα τον Μεφιστοφελή και τον Βαάλ μπροστά μου.
Θέαμα που θα τρόμαζε πολλούς, εμένα μου ήταν αδιάφορο.

Ξεκίνησαν ξανά τα βασανιστήρια, οι δαίμονες χειροκροτούσαν τους βασιλείς τους.

Είπε τότε ο Μεφιστοφελής ,ότι σύντομα θα ανέβαινε πάνω ξανά και θα έφερνε τέλος σε όσα έκανα,μαζί και την ζωή της μικρής πριγκίπισσας.

“Είσαι εδώ , δεμένος στον Άδη να βασίζεσαι από εμάς είς τον αιώνα. Κανένας θεός και κανένας …πατέρας δεν θα σε σώσει από εδώ.” είπε και γέλασε βροντερά.

Μέχρι να σταματήσει, δεν ήμουν πλέον στην θέση μου δεμένος και αβοήθητος, αλλά μπούστα του – αρπάζοντας το κεφάλι του και συντρίβοντας το στο έδαφος με τέτοια δύναμη που σείστηκε όλος ο Αδης συθέμελα.

“Κάποτε πήρατε από εμένα ότι αγαπούσα, δεν θα επιστρέψω ξανά κάτι τέτοιο. Να θυμάστε βρωμεροί,δεν είμαι εγώ καταδικασμένος εδώ κάτω με εσάς. Εσείς είστε καταδικασμένοι σε αφανισμό εδώ κάτω από εμένα!”

Τυφλωμένος από οργή, σε βαθμό τέτοιον που δεν έιχα ξαναζήσει, έφτασα ξανά στον άνω κόσμο. Όλα φάνηκαν σαν μια στιγμή, από τον δευτερόλεπτο που απώλεσα τον Μεφιστοφελή μέχρι την στιγμή που έσφαξα τον τελευταία δαίμονα και έφτασα πάνω. Είχαν όμως περάσει 2.500 χρόνιακαι τίποτα δεν ήταν ίδιο…