Περπατούσαμε με τον Πατέρα

Περπατούσαμε με τον Πατέρα και κάθε συνάντηση ήταν ένα ταξίδι.
Συχνά Εκείνος καθόταν στην άμμο και εγώ στην άκρη της θάλασσας άπλα αγναντευότας το απειρο, κάποιες φορές έβρεχα τα πόδια μου λίγο και μετά περπατούσαμε μαζί και μιλούσαμε μέχρι να δύσει ο ήλιος.

Άλλες φορές , όταν με κοιτούσε και ήταν βράδυ ύψωνα τα χέρια μου και μέχρι το πρωί άνοιγα την καρδιά μου σε όλον τον κόσμο προσευχομενος. Τότε πέραν από τις προσευχές που ύψωνα , έφτιαχνα και μικρά φεγγάρια.

 

Οταν ολοκλήρωνα ένα, περπατούσαμε μαζί Του σε εκείνο και το κάθε ένα που είχα φτιάξει ήταν διαφορετικό: Άλλα ήταν κήποι, κάποια ήταν σαν νησιά και άλλα ήταν παλάτια.

Κάποια στιγμή με ρώτησε σε έναν περίπατο μας:

-Παιδί μου γιατί και για ποιον τα φτιάχνεις ολα αυτά?

-Μα για να έρχονται οι φίλοι μου και να με επισκέπτονται!

-Και έχεις πολλοίς φίλους?

-Τον κόσμο όλον!

-Και αν κάποιος δεν σε θέλει για φίλο του και σε πονέσει?

-Είναι το ίδιο πράγμα όπως με Εσένα Πατέρα. Όλους τους αγαπάς,μα δεν δέχονται όλοι την Αγάπη Σου.

Ικανοποιημένος από την απάντηση μου με έλουζε τότε με το Φως Του, όπως και άλλες φορές βέβαια. Και εγώ ο μικρός, γινόμουν ένας θεός, άλλωστε τα παιδιά μοιάζουν τω γονέων τους, έτσι δεν είναι?

-Εκ του Μεγα Θεοδωρου