Αναμνήσεις #1

Με θυμάμαι καθώς μεγάλωνα να θέλω όλο και μεγαλύτερο κομμάτι από αυτό που οι άνθρωποι ονόμασαν έρωτα.

Ήθελα κάτι να με συναρπάσει αλλά όχι βίαια.

Πέρασαν τα χρόνια και αναζητούσα άλλους ανθρώπους, ίδιους σαν εμένα,να τους καίει η καρδιά συνέχεια ,να πνίγονται σε αυτή την αυταπάτη που άλλοι ονόμασαν ζωή – όμως δεν βρήκα κανέναν.

Άρχισα να γράφω ποιήματα και ιστορίες, μνήμες από άλλες ζωές και στιγμές που δεν θα ξαναέρθουν ποτέ.

Έτυχε τότε να διαβάσω το ακόλουθο κείμενο, του Τάσου Λειβαδίτη:
“Α, θά θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου τα γόνατα που σε γέννησαν για μένα να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμά σου, να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.”

Τότε ακόμη ήμουν αμαθής,δεν μπορούσα να το χωνέψω και πέρασαν οι καιροί. Αυτό που οι ονομάστηκε έρωτας ,ονομάστηκε αγάπη και ότι ονομάστηκε αγάπη έπειτα ονομάστηκε Απειρότητα.

Τι τρομερό πράγμα να το ζήσεις, να αγαπήσεις τόσο πολύ τους ανθρώπους που γέννησαν τον άνθρωπο με τον οποίο δέσατε τις καρδιές σας!

Τι τρομερό…

Αναμνήσεις #2

Θέλησα να θυσιάσω τον εαυτό μου.
Σαν τι όμως,ένα κουφάρι είμαι χωρίς αξία.

Τίποτα δεν με χορταίνει και τίποτα δεν με ικανοποιεί, ξέρω ότι έχω ένα κενό μέσα μου μια μαύρη τρύπα σε μέγεθος Θεού.
Ότι και να πετύχω, δεν θα είναι αρκετό.

Σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα αφεθώ στην τρίτη πτυχή μου, την βίαιη, επιθετική, λαίμαργη και έτοιμη να καταβροχθίσει τα πάντα.

Όλο ηδονή και απόλαυση, θα χαρεί πολύ εκείνος ο εαυτός μου να ξυπνήσει και να με κινήσει κατά την βούληση του για καιρό.

Μένουν δύο πράγματα που πρέπει να γίνουν: Να έρθει το πλήρωμα το χρόνου και εκείνη η κατάσταση που θα αφεθώ στο ένστικτο μου. Ένστικτό ενός θηρίου που το μόνο μέλημα είναι να επιβιώσει η σάρκα που φοράει.

Ανάθεμα,χάνομαι.
Χάνομαι και οι απαντήσεις που παίρνω δεν είναι αυτές που θέλω.