Και όπως ήμουν ξάπλα στο γρασίδι…

Και όπως ήμουν ξάπλα στο γρασίδι,καθόταν ο γεράκος εκείνος λίγο πιο πέρα κάτω από το δέντρο και συζητούσαμε…

“Γιατί είναι τα συννεφα καφέ?
-Γιατί έχεις παραισθήσεις.
“Και γιατί το γρασίδι αυτό είναι συνέχεια πράσινο?”
-Γιατί είναι ψεύτικο.
“Και γιατί άνοιξαν τα ποτιστικά και βρέχομαι?”
-Επειδή είχα πολλά λεφτά και έβαλα ποτιστικά χωρίς λόγο.
“Και γιατί δεν κουνιέμαι ενώ βρέχομαι?”
-Γιατί εσύ είσαι μεθυσμένος,και εγώ πολύ γέρος να σε σηκώσω..
“Και γιατί τώρα το αλκοόλ έχει τόσο ωραία γεύση ενώ κανονικά δεν πίνω ποτέ?”
-Επειδή έχεις πιει 42 μπουκάλια μπίρες…
“Πόσα χρόνια έχω ακόμη να μέχρι να καραφλιάσω τελείως?”
-Θα εξαφανιστούν τελείως όταν θα βρεις την γυναίκα της ζωής σου και σου πει ότι της αρέσουν και τα λίγα που έχεις.
“…και ποιο είναι το μυστικό της ζωής,το αιώνιο που δεν αλλάζει ποτέ?”
-Το ότι μπορείς να αποφύγεις πολλές κουλές στιγμές,κάνοντας ότι μιλάς στο τηλέφωνο..
“…σαν τι στιγμές δηλαδή?”
-Μισό,πρέπει να μιλήσω λίγο στο τηλέφωνο.

Και έτσι περνούσαν τα χρόνια…:)
-εκ Του Μέγα Θεόδωρου.

Η αγάπη σου για εμένα ξεπέρασε λόγια…

Η αγάπη σου για εμένα ξεπέρασε λόγια και σκέψεις ,έγινε ένα βλέμμα.
Κάποιες φορές μου έλεγες τι είναι αυτά που κάνω,για ποιον…οι γύρω μου πάντα με πονούσαν.
Φίλοι, αδερφοί…αστεία πράγματα και λέξεις.
Τελικά μόνο εσύ προσπάθησες,χωρίς να έχεις πολλά,απλά αγκαλιάζοντας με και τότε μόνο χαλάρωνα λίγο μέχρι το πρωί που σηκωνόμουν να ξαναπάω κόντρα στον καιρό ,κόντρα στη ψεύτικη ηθική του κόσμου που οι άνθρωποι δίνονται με ευχαρίστηση στην αμαρτία και μετά μιλάνε για Θεό.

Δεν είμαι εδώ να κρίνω κανέναν,ούτε διάθεση έχω για κάτι τέτοιο.

Ξέρεις,εκείνα τα βράδια που ακουμπούσαμε τα σώματα μας,και σε έπαιρνα αγκαλιά σκεφτόμουν πως αν ήμουν διαφορετικός θα με αγαπούσες λιγότερο.
Κάθε μικρή στιγμή μαζί σου ήταν η ζωή μου και μέρες μετά έβλεπα νέους δρόμους που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν.
Εσύ και μόνο ήσουν το κίνητρο μου για όλα,και χωρίς εσένα δεν έχω λόγο να κάνω τίποτα.

Και έκλεισα την ψυχή μου σε ένα δωμάτιο και πόρτες δεν έχει.
Και δεν θέλω να έχει,δεν θέλω κανέναν εδώ μέσα.
Είναι όλοι ανάξιοι να με ξαναδούν.

Νιώθω ότι χάνομαι,και δεν ακούω την φωνή σου…

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω…

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω. Είχα κάνει ετοιμασίες βέβαια,αλλά εμφανίστηκες ξαφνικά και είπες ήταν για λίγο.
Και κάθε χρόνος ήταν ένα μαρτύριο για εμάς,για το πότε θα πάμε μακριά από όλους και όλα,κάπου μην μας βλέπει κανείς,μην μας ακούει κανείς…ξεχασμένοι από τον κόσμο και τα ψέματα του.

Με κάρφωνες με τα μάτια σου,όσο μακριά και αν ήμουν και ντρεπόμουν να μην σε κοιτάξω.
Κάποιες φορές εύχομαι να έρθεις έξω από τα πάντα κλειστά παντζούρια μου και να μου πεις “σήκω,φεύγουμε.”
Να βγάλω μια ετυμηγορία για όσους με αδίκησαν και με πίκραναν,μια για όσους με βοήθησαν και χωρίς να με πουν φίλο η αδερφό ήταν εκεί,να την δώσω στον Θεό και να φύγουμε.

Νιώθω πάντα ένα βάρος από τις στιγμές μαζί σου,όλα τα συναισθήματα και όλες τις εικόνες.
Αυτά δεν σβήνονται,ποτέ…