Και το σωμα του,στο εδαφος…αψυχο,νεκρο,αμίλητο. Και ολα γυρω κατεστραμένα, έξω απο τις Πύλες Του Φεβολάιζεν, εκείνου του ένδοξου βασίλειου που καταστράφηκε κάποτε απο την λαγνεία των ανθρώπων για τα πάθη και την δόξα.

Εκεί λοιπόν ήταν και το σώμα του,εκείνου που είχε τον τίτλο του πιο δυνατου πολεμιστή,γνωστό και ως Shirance. Και οι φλόγες έκαιγαν, και οι ουρανοι έκλαιγαν με την πιο δυνατή βροχή πάνω απο το σώμα του. Μια θλιβερή ύπαρξη που γνωριζε μόνο πόνο…

Όταν λοιπόν τελείωσε εκείνη η μανιασμένη βροχή, που ξέπλυνε τις αμαρτίες του κόσμου εκείνου, του πολέμου…που ξέπλυνε το αίμα απο πάνω του, βγήκε εκείνη απο το παλάτι της, και με βήμα γοργό κατευθύνθηκε προς το άψυχο του σώμα.

Στάθηκε απο πάνω του και είπε:Στις ποιο δύσκολες στιγμές, εκεί πολέμησες όλον τον κόσμο για να σώσεις τις δικές μας ψυχές. Στις πιο γαλήνιες στιγμές, χάριζες άστρα σε όλους μας, για να μας φωτίζουν σαν αιώνιες φωτιές.

Στις πιο απλές στιγμες,… σε ξεχάσαμε και σε καταδικάσαμε, στον Άδη τον αχόρταγο να υποφέρεις και μεθυσμένος να μην ξέρεις τι λες… Κουνήθηκε τότε το σώμα του…σαν μια μαριονέτα, που την κινεί κάτι μυστήριο, αλλά είναι άψυχη.Με βλέμμα κενό ,κοίταξε ψηλα και είπε:

Κοντά σε εκείνο το ποτάμι, νερό θέλησα να πιω, ζωή υπέθεσα ότι είχα μα έκανα λάθος τρομερό.Και τότε ήρθε χειμώνας μοναδικός και ζεστός, όλα τα έσβησε μα εγώ δεν άλλαξα ήμουν ακόμη ψυχικά νεκρός. Μοναξιά ένιωθα, οι ουρανοί ήταν γκρι, ο πόνος ατελείωτος και εσύ να με κοιτάς σε εκείνη την αιώνια στιγμή…

Εκεί πάνω απο τον τάφο μου ,εσύ εισουν μια ανάσα για την μοναξιά μου,μα ποτέ δεν δέχτηκες τίποτα από εμένα,τα φλεγόμενα φιλιά μου…

Και τότε το σώμα του άρχισε να φλέγεται,γονάτισε και εγινε στάχτη…

Next Post Previous Post