Περιπλανήθηκα στις ερήμους αυτού του κόσμου,κενός,χωρίς καρδιά… ‎…και έφτασα στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού και εκεί στάθηκα.Παγωμένος,όπως ήταν και η ψυχή μου αιώνες τώρα.

Πίστευα ότι ο κόσμος ήταν χαμένος και κανείς δεν είχε καρδιά,μήτε μπορούσε να αισθανθεί.Βρήκα ένα μέρος που να αντιπροσωπεύει την πραγματική φύση του ανθρώπου σκέφτηκα.Και εκεί μέσα στο χιόνι έμεινα για χιλιετηρίδες.Χρόνια πάνω στα χρόνια και αιώνες πέρασαν έτσι,μοναχικά…με νύχτες γεμισμένες με δάκρυα καυτά που έλιωναν το χιόνι σαν πέφταν κάτω…

Ήμουν μια νιφάδα μέσα στην χιονοθύελλα του κόσμου.Απομονωμένη από όλες τις άλλες,μα μια νιφάδα που δεν έλιωνε ποτέ.Δεν ήξερε πως άλλωστε…Πως να λιώσει η καρδιά και να ζωντανέψει,σαν ένα μικρό πουλάκι που χαίρετε τον ήλιο μέσα στο κρύο?Πως να ζεσταθεί η ψυχή και να γίνει ένας ήλιος που ζεσταίνει τους πάντες γύρω του…

Τότε ήρθες εσύ,ένα κύμα,κύμα φωτιάς που έλιωσε την καρδιά μου με τα πράσινα του μάτια

,και με το άγγιγμα του με ζέσταινε πλέον.

Next Post Previous Post