Και τότε η Σκοτεινή Βασίλισσα έδειξε με το δάχτυλο της εμένα, υψωμένη πάνω στα τοίχοι του κάστρου της. Ψιθύρισε κάτι, λόγια βλάσφημα και γιγαντώθηκε παίρνοντας την μορφή ενός αρχαϊκού δαήμονα φτιαγμένου από μαύρο μάνα.

Με ταχύτητα ερχόταν κατά πάνω μου οι μαθητές μου έκαναν να την εμποδίσουν μα ήταν τόσο αδύναμοι μπροστά της, σαν μικρά παιδάκια. Βρέθηκαν όλοι βαριά χτυπημένοι σε σημεία διάφορα μη μπορώντας να πιστέψουν ότι συνέβαινε εκείνη την στιγμή.

“Φυσικά και είσαι τόσο δυνατή. Ήσουν γυναίκα μου άλλωστε..”

Δεν είχα κινηθεί καθόλου και σε δευτερόλεπτα ήταν μπροστά μου. Όλο το μαύρο μάνα σαν σύννεφο με τύλιξε και μπήκε μέσα μου από τα ρουθούνια και με γέμιζε διαρκώς μέχρι που έμεινε από αυτήν μόνο η θνητή της μορφή.

Κάτι χάθηκε από μέσα μου, δεν ήξερα τι.

Και εκείνη τότε έκανε επίθεση, λεπίδα εναντίον της ρομφαίας μου.
Μαγεία εναντίον της αφθαρσίας μου σε αυτήν.
Οργή εναντίον της σιωπής μου.
Και θάνατος εναντίον της αθανασίας μου.

Τότε κατάλαβα, δεν ήμουν αθάνατος πλέον,αυτό έκανε!

Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι άλλαξε ένιωσα ένα βέλος να καρφώνεται στο στήθος μου και μια λεπίδα να κόβει το στομάχι μου.

“Πονάω…αλλά σαν απλός θνητός. Πρωτόγνωρος πόνος για εμένα…Κάτι με ανησυχεί.”

Σκόρπιες σκέψεις,εγώ να κείτομαι και να ξεψυχάω.

Ήρθε εκείνη και μίλησε στο σχεδόν άψυχο κουφάρι μου:
“Κάθε φορά θα θανατώνεσαι και κάθε φορά θα χάνεις και μέρος σου. Ώσπου στο τέλος δεν θα έχεις τίποτα. Και όσοι πολέμησες,όσοι νίκησες και το δαιμονικό γένος μετ’αυτων θα έρθει να σε βρει στην πιο αδύναμη στιγμή σου…”

Όλα μαύρα.

Παιδικές φωνές,λίγο κλάμα.

Ξαναγεννήθηκα…

Next Post Previous Post