Αναπαυόμουν κάτω από το πανάρχαιο δέντρο που με συντρόφευε εδώ και αιώνες,εκείνη την νύχτα του χειμώνα που ζεστός ήταν από τα πάθη και την μνησικακία του κόσμου αυτού.Δάκρυσα θυμάμαι…

…και εμφανίστηκε η μικρή Πριγκίπισσα και στην αγκαλιά μου ήρθε μονομιάς,ένα παιδάκι που έσωσα χιλιάδες χρόνια πριν και ποτέ δεν με ξέχασε.Ούτε εμένα ,ούτε τον κόσμο που την πρόδωσε.Αλλά αν αντίθεση με εμένα που μικρή καρδιά και κατεστραμμένη είχα,η δική της ήταν πιο δυνατή από το σώμα μου,πιο δυνατή από εμένα που αντίπαλο ισάξιο δεν είχα.

Salvation

Με αγκάλιασε καθώς έκλαιγα και ρώτησε τον λέοντα,κοιτώντας τον στα μάτια χωρίς να φοβάται:

Γιατί κλαις Θοδωράκη?

Και εκείνος απάντησε:

Γιατί μικρή μου,μπορώ να σώσω τους πάντες,αλλά δεν μπορώ να σώσω εμένα.

Next Post Previous Post