“Θυμάμαι έπειτα,καθόταν εκείνος ο γεράκος κάτω από εκείνο,το μεγάλο και πανάρχαιο δεντρό και προσευχόταν κάθε μέρα και κάθε νύχτα και έκλαιγε…“ Ήμουν μαθητής του, υποτίθεται, μα πότε δεν μου έλεγε τίποτα. Όχι όσα ήθελε να ακούσει η άδεια καρδιά μου.

Κάθε φορά που ήταν ώρα να πάω σε κάποια μάχη,σημαντική ή ασήμαντη,μου τόνιζε με λόγια λίγα,πόσο σημαντική είναι η ζωή και πως είναι πολύ εύκολο να χαθεί.

Έπειτα έλεγε, “…να προσέχεις…“, με κοιτούσε για λίγο σαν ένας γονιός που αποχωρίζετε και πονάει το σπλάχνο του,γονάτιζε και άρχιζε πάλι να προσεύχεται για εμένα,για την σκοτεινή μου καρδιά και να κλαίει…

Καμιά φορά του απαντούσα με αναίδεια,”τι κλαις γεράκο, μήπως θα καταφέρεις τίποτα?Τα δάκρυα δεν αλλάζουν τον κόσμο.Δεν αλλάζουν τίποτα…ούτε την καρδιά του άλλου!“. Μετά γύριζα την πλάτη μου σε εκείνη την αγαθή ψυχή και έφευγα. Πάλι για να αφαιρέσω ζωές, πάλι για να δοξαστώ με δόξα κοσμική. Όλα ήταν μάταια…

Όλα ήταν μάταια,αλλά εγώ δεν το ήξερα.Για να είμαι ειλικρινείς,δεν με ένοιαζε…

man-by-tree.gif

Με ένοιαζε να δοξάζομαι,να έχω οτιδήποτε υλικό,και να είμαι πιο πάνω από όλους και όλα!

Αλλαζονία,σκέψεις κενές,και μια παγωμένη καρδιά…

Θυμάμαι δε χαρακτηριστικά,όταν ήταν να πολεμήσω έθνη ολόκληρα μόνος μου,δεν με ένοιαζαν οι ζωές που θα αφαιρούσα.Δεν με ένοιαζε που γονάτιζαν μπροστά μου και παρακαλούσαν για έλεος,γυναίκες και παιδιά που έκλαιγαν.Δεν με ένοιαζε τίποτα,είχα γίνει ένα κενό κουφάρι,κινούμενο από τις ηδονές της σάρκας,και που η ψυχή του είχε γίνει πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή νύχτα….

Βάραινε η ψυχή μου με κάθε τέτοιο γεγονός,αλλά όπως είπα,αν και το αισθανόμουν,δεν με ένοιαζε.Ενδόμυχα παρακαλούσα κάποια στιγμή να τελειώσει.Και να μην παρακαλούσα,ήξερα ότι έτσι θα γίνει.Και έτσι λοιπόν,μεθυσμένος όπως ήμουν επαναλάμβανα τα ίδια λάθη,αιώνες ολόκληρους και χιλιετηρίδες…

Μα συνάμα ένιωθα μια φλόγα…αυτή ήταν ο γεράκος που έκλαιγε για εμένα…

Next Post Previous Post