*Και μου είπε τότε η Σελένια: “Θοδωράκη, σε αυτή την ζωή, χωρίς αγάπη κάνεις δεν μπορεί να κρατηθεί…“.

Ήμουν τότε μικρός, σε ηλικία, σε εμπειρίες, και σε δυνάμεις… δεν κατανόησα. Και περάσαν οι αιώνες… ‎…κάθε στιγμή χαραζόταν και ένα κομμάτι από τους πόνους της ζωής στην καρδιά μου. Και μεγάλωσα. Έτσι πίστεψα τουλάχιστον.

Οι σκέψεις αυτές, και άλλες πολλές που έμαθα και διδάχτηκα μέσα από τα χρόνια, τριγυρνούσαν στο μυαλό μου, κάθε παγωμένο και μοναχικό βραδύ Σαββάτου.

walking-wandering-on-footprints-desert.jpg

Και έκλαιγα ξανά και ξανά. Όχι με τα ματιά, αλλά με μια ραγισμένη καρδιά που περίμενε με λαχταρά την βροχή να την ποτίσει. Μια βροχή καλοκαιρινή, που έρχεται όταν δεν το περιμένεις, και σε δροσίζει, εσένα και όλη την γη. Και όλα ανθίζουν, και όλα αναγεννιούνται.

Αλλά οι χιλιετηρίδες πέρασαν, και τίποτα δεν άλλαξε. Όλα ήταν παγωμένα και μήτε η γλωσσά μου, μήτε η καρδιά μου, μπορούσαν να αισθανθούν κάτι γλυκό ή τρυφερό…

Πέρασε έτσι όλη μου η ζωή, και πλέον ήμουν μονός, σε έναν πλανήτη έρημο.

Και περιπλανιόμουν χωρίς σκέψη, χωρίς ανάγκες, χωρίς τίποτα. Ένα ον που τα είχε όλα: Είχε την γνώση των άστρων, την σοφία των Ουρανών, την αθανασία και όσο υλικό πλούτο θα μπορούσε ποτέ να έχει κανείς.*****

Αλλά δεν είχε τίποτα…

Μια στιγμή τότε, φάνηκε ένα φως μπρος μου, και ένιωσα όλη την χαρά του κόσμου! Και ρώτησα το φως σαν ένα μικρό παιδάκι που έχει απορίες για το τι βλέπει και ζει την εκάστοτε στιγμή, “τι είσαι εσύ? γιατί σε φοβάμαι?“. Και το φως απάντησε, με δύναμη , δόξα, μα συνάμα ήταν πολύ γαλήνιο… “Δεν θα μάθεις τι είμαι, μέχρι να αρνηθείς όλα όσα έχεις. Μέχρι να αρνηθείς τον εαυτό σου, μέχρι να πεθάνεις. Και όλα αυτά θα τα ξεχάσεις, και τότε αφού πεθάνεις, τότε θα ζήσεις.

Έτρεμε η καρδιά μου… τι τρελά μου λέει, σκεφτόμουν! Να πεθάνω? Εγώ? Πως? Και τι θα πει να αρνηθώ τον εαυτό μου…?

Αλλά είπα, με μια δόση αλαζονείας, ότι δεν με φοβίζει! Αν μπορεί, ας μου πάρει τη ζωή. Άλλη μια εμπειρία σκέφτηκα… άλλωστε ήταν αδύνατον! Και επιτόπου σωριάστηκε το κουφάρι μου στην έρημο, και χάθηκε… μετά με είδα να βαδίζω έναν μεγάλο δρόμο, μέσα σε ένα απύθμενο σκοτάδι… και ασυναίσθητα πλησίαζα ένα φως.

Έφτασα στο φως, και ήμουν έτοιμος να κάνω το τελευταίο μου βήμα για την νέα μου ζωή. Ήξερα ότι δεν θα είχα τίποτα από όσα είχα, θα πονούσα, θα έκλαιγα ξανά, δεν θα ήμουν αθάνατος… αλλά πλέον δεν με ενδιέφερε.

Έτσι, με θάρρος πήγα να το κάνω, και με έπιασε κάποιος από τον ώμο μου είπε να μην γυρίσω να κοιτάξω το πρόσωπο του. Έπειτα είπε… “Θοδωρή… ετοιμάσου για την ποιο δύσκολη μάχη που θα δώσεις ποτέ. Αλλά ετοιμάσου να γίνεις και εσύ ένας Ήλιος…” Ποτέ δεν κατάλαβα ποιος ήταν και τι εννοούσε… 

Next Post Previous Post