Ψεύτικος κόσμος,ψεύτικα όνειρα και όλοι αναζητάνε ένα κομμάτι στεριάς να σταθούν… Και πουθενά δεν βρίσκεις στεριά,και φωνάζεις τα μοναχικά σου βράδια σε εκείνον τον Θεό που φαίνεται να σε εγκατέλειψε,που θα βρεις γαλήνη…

και μήτε τα άστρα,μήτε κανείς δεν απαντά…μα σε περιγελούν.Τι γαλήνη και τι αγάπη ψάχνεις σε αυτόν τον κόσμο που είσαι φυλακισμένος?Πόσο θα αντέξεις αυτήν την άνιση μάχη μέχρι να πέσει ςκαι να χαθείς σαν στάχτη στον αιώνιο άνεμο της ζωής…?

Και όλα σκοτεινιάζουν και τότε κατανοείς πόσο μόνος είσαι…μόνος μαζί με άλλους.Και θα τα αντάλλαζες όλα…μα όλα.Λεφτά,ομορφιά,δόξα…αρκεί να αισθανόσουν μια ειλικρινεί αγάπη σε έναν κόσμο που είναι ψεύτικος…εκεί που είσαι καταδικασμένος να ζήσεις για την υπόλοιπη θνητή ζωή σου….

Αυτά έλεγε ο Μέγας ξανά και ξανά,και δάκρυζε….και ο Θοδωράκης από δίπλα καθόταν αμίλητος.Άνοιξε την παλάμη του και αναρωτήθηκε πόση αγάπη χωράει εκεί μέσα…

‎”Θα κάνω κάτι για αυτό…” ,είπε και σηκώθηκε.Ευχήθηκε ο γέροντας για τον μικρούλι,και έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του…

Next Post Previous Post