Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω. Είχα κάνει ετοιμασίες βέβαια,αλλά εμφανίστηκες ξαφνικά και είπες ήταν για λίγο.
Και κάθε χρόνος ήταν ένα μαρτύριο για εμάς,για το πότε θα πάμε μακριά από όλους και όλα,κάπου μην μας βλέπει κανείς,μην μας ακούει κανείς…ξεχασμένοι από τον κόσμο και τα ψέματα του.

Με κάρφωνες με τα μάτια σου,όσο μακριά και αν ήμουν και ντρεπόμουν να μην σε κοιτάξω.
Κάποιες φορές εύχομαι να έρθεις έξω από τα πάντα κλειστά παντζούρια μου και να μου πεις “σήκω,φεύγουμε.”
Να βγάλω μια ετυμηγορία για όσους με αδίκησαν και με πίκραναν,μια για όσους με βοήθησαν και χωρίς να με πουν φίλο η αδερφό ήταν εκεί,να την δώσω στον Θεό και να φύγουμε.

Νιώθω πάντα ένα βάρος από τις στιγμές μαζί σου,όλα τα συναισθήματα και όλες τις εικόνες.
Αυτά δεν σβήνονται,ποτέ…

Next Post Previous Post