Περιπλανιόμουν εκείνη την εποχή στα μέρη που τώρα ονομάζονται Ασία και δεν είχα προορισμό συγκεκριμένο. Ένας περαστικός άνεμος,ένα τίποτα που ταξίδευε και στα μέρη που με πήγαινε η Αγάπη Του έβλεπα και διδασκόμουν όσα οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να μου εξηγήσουν ποτέ.

Είχα χαθεί κάποια στιγμή μέσα σε ένα δάσος και για μέρες περιπλανήθηκα εκεί ώσπου στο τέλος άκουσα φασαρία. όχι με τα αφτιά μου, αλλά με την ψυχή – κάτι με κίνησε να πάω προς τα ανατολικά. Ξεκίνησα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μετά από λίγο,βγήκα σε έναν δρόμο και εκεί είδα τρεις μορφές και μου δόθηκε πληροφορία ποιες ήσαν αυτές.

 

Ήταν δύο στρατιώτες και ένας νέος, εκείνοι θύτες είχαν πάρει την ζωή του πατέρα του και εκείνος ο νέος ζήτησε εκδίκηση. Σκελετωμένος,πολύ λεπτός ,με ένα όπλο στο χέρι και καμία εκπαίδευση πως θα μπορούσε να κάνει κάτι…

Έκανα να κινηθώ προς τα εκεί, να αποτρέψω ένα συμβάν και να δημιουργήσω κάποιο άλλο. Στο πρώτο μου βήμα κοκάλωσα και δεν είπε τίποτα ο Πατέρας, έπρεπε μόνο να κοιτάξω. Τότε άκουσα τον νέο να αναφωνεί,να οπλίζει και να ρίχνει τρεις σφαίρες… μετά θόλωσαν όλα και πήγα μπροστά στον χρόνο. Είδα του δύο καλοθρεμμένους και εκπαιδευμένους στρατιώτες, τον έναν χάμω και έναν όρθιο με μια τρύπα στο δεξί χέρι να αιμορραγεί ακατάπαυστα… και τον νέο πιο πέρα σε άθλια κατάσταση και με το ένα χέρι σπασμένο να κρέμεται από τον αγκώνα και κάτω με όλα τα κόκαλα σπασμένα.

Ελευθερώθηκα και έτρεξα πανικόβλητος προς τα εκεί. Στο δρόμο δεν έδωσα σημασία στον νεκρό πεσμένο στρατιώτη και στον άλλον καθώς αιμορραγούσε τον άρπαξα από την κεφαλή ,γιατί ήταν στον δρόμο μου και τον έσπρωξα με τόση δύναμη που έφυγε μέτρα μακριά. Είχε χάσει τόσο αίμα που θα πέθαινε σίγουρα.

Έφτασα στον νέο,ματωμένος καθώς ήταν έκλαιγε και φώναζε, έβλεπα στα μάτια του ότι χανόταν η ζωή του. Τον πήρα στα χέρια και άρχισα να κλαίω…

Ορκίσου μου,’ότι αν σε σώσω θα ζήσεις για πάντα!

Δεν είχα χρόνο να δεχτώ απάντηση,τον έδεσα πάνω μου και περπατήσαμε χιλιόμετρα μέχρι να φτάσω και να τον αφήσω σε κάποιο νοσοκομείο για να αναρρώσει και να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τι είναι αυτά που με βάζεις να ζήσω Πατέρα…γιατί τόσο αίμα? Γιατί τόσος πόνος? Κάνε να τελειώσουν όλα…

Χάθηκα ξανά μέσα στο δάσος…

Next Post Previous Post