Ξύπνησα 3 το βράδυ,δεν μπορούσα να κοιμηθώ.Όλη την εβδομάδα αυτήν το ίδιο πράγμα.Σκέψεις που μου έρχονται μέσα στα άγρια μεσάνυχτα(που λέτε και εσείς οι άνθρωποι).Ντύθηκα,φόρεσα το ψαράδικο,ένα σαν πάνινο με ρίγες πορτοκαλί από πάνω,πήρα κάνα ψιλό και βγήκα.Απαραίτητο “όπλο” δε,στις βραδινές εξόδους αυτές,το κομποσκοίνι.Βλέπετε είναι βράδυ Σαββάτου,και τέτοιες νύχτες Σαββάτου το μίσος μου,γίνετε αιτία θανάτου…Πάλι στους δρόμους,η ίδια -γνωστή πλέον-διαδρομή.Θυμάμαι την ξεκίνησα στα 16 προς 17 μου.Τότε θυμάμαι όταν έβγαινα τέτοιες ώρες με ρώταγε η μητήρ μου που πάω αλλά ποτέ δεν απαντούσα.Τι να έλεγα δηλαδή?Πάω να κάνω άλλο ένα ταξίδι πέρα από τα κοσμικά?Ποιος θα το καταλάβαινε αυτό?Καμιά φορά το λέω στο κοτοπουλάκι μου(έτσι λέω το σκυλί)και με κοιτάει και μου λέει “Μέγα,μου φαίνεται μόνο εγώ σε καταλαβαίνω.”και μετά έρχεται και τρίβετε κάτω στα πόδια μου.Ξεκινάει η διαδρομή και η ίδια αίσθηση ευφορίας με διαπερνάει,περνάει μέσα μου παντού σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα,από εκείνη την στιγμή του χωρισμού,σαν να μην πέρασε μια μέρα.Και θυμήθηκα τότε στα 17 μου που σε κάποια στιγμή οργισμένος έκανα το εξής:Ύψωσα την γροθιά μου στον ουρανό και είπα “Θα καταστρέψω όλους τους ψεύτικους παραδείσους,τι ζωή είναι αυτή?Τι Θεός είναι αυτός?” και τότε άκουσα την φωνή Του γεμάτη καλοσύνη και υπομονή να μου λέει “Μην ζητάς Θεόδωρε απολογία από Εμένα για τα λάθη που έχεις κάνει εσύ,μόνος σου επέλεξες αυτόν τον δρόμο και αυτήν την ζωή.Αρνητής όλων κατέληξες να γίνεις,τι νόημα έχει σε αυτήν την ζωή έτσι να μείνεις?“.Τότε κατανόησα ότι είχα πάει όσο κάτω δεν είχε πάει ποτέ κανείς. Αλλά η υπερηφάνεια μου δεν μου επέτρεπε να το παραδεχτώ. Και είπα στον εαυτό μου “Γονάτισε μαϊμού, γονάτισε” αλλά δεν μπορούσα. Και τότε έσπασα τα γόνατα μου και μαζί και την υπερηφάνεια για να μπορέσω να υποκλιθώ και να γονατίσω μπροστά στην Μοναδική Πραγματική και Υπέρτατη Αλήθεια και από τότε η μελαγχολία μου μεγάλωσε… Από τότε περιπλανιέμαι σε ατελείωτα ταξίδια, παρακαλώντας κάθε φορά για την σκοτεινή ψυχή μου. Τι έχω κάνει εγώ, σε ποιον έκανα καλό? Πως θα παρουσιαστώ μπροστά Του? Θα με ρωτήσει “Εσύ τι δουλειά έχεις εδω?Τι θες? Έκανες κανένα καλό?” και εγώ τι θα πω αφού δεν έχω κάνει ποτέ καλό σε κανέναν και δεν έχω βοηθήσει ποτέ κάποιον? Με είπε και η άλλη άγιο και Άγγελο. Τώρα τι να πω? Μάλλον δεν έχουν δει άγιους και αγγέλους, γιατί για να μπερδεύουν μια μαϊμού που δραπέτευσε από ένα τσίρκο με κάτι τέτοιο, ε δεν εξηγείτε αλλιώς! Εγώ όλο μαϊμούδες κάνω και καμία σωστή δουλειά. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι κάνα κομποσκοίνι αλλά δεν ξέρω καν αν βοηθού αυτό, τι είμαι εγώ να με ακούσει ο Θεός? Επιστρέφοντας βλέπω τους ανθρώπους και τον τρόπο διασκέδασης τους. Μεθυσμένοι από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, προσπαθούν να πνίξουν το άγχος τους με τις κοσμικές απολαύσεις. Και καλά να κάνουν ότι κάνουν, αλλά λύτρωση και γαληνή δεν βρίσκουν έτσι, δεν το έχουν προσέξει? Τι να πω, όταν τους λες “αυτό που κανείς δεν είναι σωστό” σου λένε δεν ξέρεις να ζεις. Έχουμε βγάλει πόδια στο κεφάλι, όλα ανάποδα. Η ακολασία και η αμαρτία μας έχουν γίνει τιμές πλέον. Τους καθαρούς τους λιθοβολούμε, γιατί σαν αυτούς δεν μπορούμε να γίνουμε. Δεν κοιτάμε να κάνουμε κάτι καλό. Περπατάμε και βρίσκουμε ένα επαίτη. Αντί να δώσουμε λέμε “Αυτός βγάζει ποιο πολλά από έμενα με την ζητιανιά. Ξέρεις πόσες ιστορίες ξέρω”, να τι πρέπει να φοβόμαστε. Να μην κρίνουμε όχι με την έννοια της άποψης. Αυτή να την έχουμε, ετυμηγορία να μην έχουμε. Διότι ποτέ δεν ξέρεις τι είναι τι, σαν παράδειγμα βλέπουμε μια με σουπερ μίνι. Λέει ο ένας “αυτή είναι έτσι και βρομερή και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο”, σκέφτηκε όμως ότι αυτό δείχνει τόλμη και δύναμη ψυχής? Ότι αν αυτή τη δύναμη κατευθυνθεί σωστά μεγάλο καλό θα κάνει αυτή που άλλοι δεν θα μπορούν και μόνο σχολιάζουν. Πηρά και ένα τσάι να πιω στο δρομο,1.10 παρακαλώ! Η τιμές στα ύψη και οι άνθρωποι όλο δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ για να τα βγάλουν πέρα. Πλασματικές ανάγκες, αλλά θα σου πει ο άλλος αν δεν πιω δεν θα είμαι “κουλ” όπως όλοι οι άλλοι, πως θα…ρίξω γκομενάκια? Να όλοι στον γκρεμό, εκεί και εγώ, γιατί όχι? Αν το κάνουν οι άλλοι κάτι ξέρουν! Νωρίτερα 4 άτομα προσπάθησαν να οργίσουν τον Μεταβαρώνο. Που να ήξεραν από τι σώθηκαν, ανόητοι άνθρωποι. Στα καλά καθούμενα! Ε μα δεν έχει ο κόσμος τσίπα πια! Περπατάς ήσυχα και ωραία να κανείς και καμία δουλειά, και σε κάθε γωνία και άλλο κακό. Στη μια κλέφτες, στην άλλη “καγκουρες” που έρχονται 4-4 να τις… φανέ και πάει λέγοντας. Άλλη ιστορία πονεμένη και οι κλεφτές, δεν φταίνε μόνο αυτοί για όσα γίνονται, μερίδιο ευθύνης έχουμε και εμείς και όχι μικρό μάλιστα. Τέλος γνώρισα κάτι άτομα τελευταία, που δια την καθαρότητα της καρδίας τους συγκινήθηκε ο γερών Θεόδωρος, “Υπάρχει μαγιά ακόμη” είπε και ταράχτηκε το σύμπαν σύσσωμο… Χύμα σκέψεις, χωρίς νόημα. Έτσι ήμουν πάντα, γιατί και δεν με κατανοεί κανείς. Δόξα τον Θεό, Εκείνος με προσέχει αν και δεν το αξίζω. Πιστεύω κάτι θέλει από έμενα τον μικρό, μια ψυχούλα που φοβάται τα πάντα, στα χεριά Του. Συμφωνήσαμε και πατσίσαμε, και αφού όλα τα μυστήρια λύσαμε, συνεχίζουμε με κόντρες μια σχέση τρυφερή… Αμήν.

Next Post Previous Post