Πέρασαν 23 αιώνες από τότε απόψε, και την ξαναείδα. Το ίδιο όμορφη όπως πάντα. Με την ιδία αθάνατη κάρδια. Με το ίδιο αθάνατο χαμόγελο, που κάθε φορά που χαμογελάτε με τύφλωνε σαν ένας ήλιος. Ένας αυγουστιάτικος κοκκινωπός ήλιος που δίνει θερμότητα διαφορετική μα θυμίζει ότι έρχεται δύσκολος καιρός… χειμώνας. Και μου ξαναείπε τα σοφά της λόγια η Ασίζη, μέσα από αιώνες ταξιδιών. Σύντομα λόγια. Κοφτά. Φάνηκε ότι ήταν απογοητευμένη. Απογοητευμένη από τον εαυτό της που δεν μπορούσε να βοηθήσει όλους όσους ήξερε.

Και ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε, και δάκρυσε, και έπιτα είπε:

Θυμάσαι Μέγα Θεόδωρε τότε που ήσουν μικρός και αδύναμος? Θυμάσαι που ήρθες σε εμένα κλαίγοντας και έλεγες ότι δεν μπορούσες να κάνεις όλα όσα θα ήθελες? Ότι δεν μπορούσες σαν αγκαλιάσεις τον κόσμο όλον? Και εγώ σου είπα κάνε ότι μπορείς,με τον καιρό θα δυναμώσεις

και όλα θα γίνουν εφικτά.

Τελικά όμως,έφτασα στα λόγια σου. Τότε που ήσουν μικρός είχες δίκιο σε ένα πράγμα. Πόσο άραγε είναι αρκετό? Πόσο μπορείς να δώσεις? Πόσο μπορείς να πονέσεις και πόσο να αντέξεις?

Βλέπεις Θεόδωρε, είπε η Πριγκίπισσα, η ύπαρξη, σε αυτό το επίπεδο είναι πόνος. Είναι χαρά. Είναι πολλά.

Αλλά είναι και απογοήτευση. Αυτή βασανίζει εμένα. Δεν μπορώ να κάνω αρκετά.

Δεν έχω την δύναμη…

Όμως πες μου, εσύ τι έκανες όλον αυτό τον καιρό, σε πόσους κόσμους περιπλανήθηκες, τι έζησες και τι αισθάνθηκες…

Και λέγει ο Θεόδωρος εις αυτήν:

Ήρθε απόψε η δίκια σου φωνή , και μιλάς. Άνθρωπος έγινες εσύ, που στων ανθρώπων τις ελπίδες χαμογελάς.

Εγώ όμως δεν έγινα τίποτα από όσα θα ήθελα. Έγινα θυσία χωρίς να το θέλω. Έγινα πολεμιστής από υποχρέωση ενώ κάρδια ειρηνική είχα. Έγινα σοφός για να σώσω άλλους,που πραγματικά δεν είχαν χέρι να πιαστούν και κανέναν να τους σώσει. Έγινα δάσκαλος για να διδάξω την ανθρωπιά και ας μην γνωρίζω πολλά γράμματα,ούτε την κοσμική γνώση κατείχα. Αρνήθηκα την γνώση των ανθρώπων για να κατανοήσω πρώτα την κάρδια τους,για να πονέσω και εγώ μαζί τους. Έμαθα μόνος μου την υπομονή,αυτήν την μοναδική αρετή, γιατί δάσκαλο δεν είχα σε τίποτα. Έμαθα μόνος μου να δακρύζω, αν και ποτέ δεν δάκρυσα για τον ίδιο λόγο που και οι άλλοι δακρύζουν. Πήγα σε κόκκινα μπαράκια, σε παρακμιακή μουσική, και εκεί τους είπα για την ζωή την πραγματική. Χωρίς ντροπή.

Εκδιώχτηκα πω σχεδόν όλους και λίγοι με αγάπησαν πραγματικά. Όσοι βοήθησα με έφτυσαν και με αρνήθηκαν. Αντάλλαγμα δεν θέλω, και ούτε ζήτησα. Βρήκα στόχο… θέλω να φτάσω στην…Θέοση, Βλέπεις, αυτή είναι η διάφορα μας με τον Θεό. Εκείνος αγαπήσει χωρίς λόγο τους πάντες. Και τους αμαρτωλούς δυο φόρες.

Χάρη σε Εκείνον ακόμη ζω και ακόμη οι οφθαλμοί μου αντικρίζουν αυτόν τον κόσμο…

Χαμογέλασε η Πριγκίπισσα και είπε εις με:

Ποτέ δεν περίμενα ο μαθητής μου να με διδάξει. Αλλά εσύ δεν είσαι που λέγεις ότι ο κάλος δάσκαλος διδάσκεται και από τον μαθητή του? Ότι ο καλός δάσκαλος έχει μαθητές καλύτερους από τον ίδιο?

Χαμογέλασε ξανά έπιτα και τότε το άστρο φώτισε το σημείο που στεκόταν και εκείνη ανέβηκε εις τον ουρανό. Και με μια εκτυφλωτική λάμψη εξαφανίστηκε…

Next Post Previous Post