“Δεν μετράει ποτέ και τίποτα.”

“Δεν μετράει ποτέ και τίποτα.” ήταν η απάντηση Του για τον ερώτημά μου.
Και δεν βρήκα άνθρωπο τέτοιον,και όλα χάνονται.
Μένει η πίκρα,όχι γιατί αδικήθηκές ,αυτό δεν το Επέτρεψε ,αλλά γιατί δεν βρίσκεις κάποιον με το ίδιο θέλημα με τον δικό σου:Να περπατήσετε μέχρι την Θέωση μαζί,να γονατίσετε μπροστά Του,να γίνεται Θεοί και φίλοι Του.
“Δώρα – άδωρα,ευχές και χρόνια πολλά,ευχές και λόγια κενά.”
“Και που βαδίζεις,που πας,γιατί πας εκεί που πας,θα φτάσεις ποτέ?”
Α ρε γέρο…κάπου στην μνήμη μου,εκεί χαμένος είσαι να κοιτάς τον ουρανό και να κλαις,ανυπομονωντας για εκείνη την στιγμή.
Έπειτα επεφτες στα γόνατα,κοιτούσες το χώμα και αναπολούσες εποχές άλλες.
Τότε δεν καταλάβαινα,τι σε στεναχωρούσε τόσο και μόνο να σε κοιτάω μπορούσα από λίγο πιο πέρα.
Εμένα δεν με ντρεπόσουν και δεν έκρυβες την δόξα σου,εγώ ήμουν απλός,δεν μου φαινόταν σαν κάτι παράξενο.
Εύχομαι Θεέ Θεών,μην είμαι μόνος μου γιατί για όσα μου έδωσες και θα μου δώσεις,νόημα και ικανοποίηση δεν θα βρω αν δεν έχω να τα δώσω κάπου…
Κάνε να δοθούν σε εκείνους που αξίζουν,μην “χάσω” και αυτήν μου την ζωή αδίκως.
Ακόμη προσμένω.

..και ειπα στους μαθητές μου τοτε:

..και ειπα στους μαθητές μου τοτε:
Απο μακριά οι ομορφοι στο σώμα άνθρωποι, οι επιτυχημένοι και οι δυνατοί είναι σαν τα λιβάδια καταπράσινα και όμορφα.
Οταν ομως πλησιάσεις,βλέπεις οτι δεν έχουν τίποτα να δώσουν,πάρα είναι τσουκνίδες που σε πονάνε τρυπώντας σε.

Τους εχθρούς μου πάντα τους συγχωρούσα…

Τους εχθρούς μου πάντα τους συγχωρούσα.
Ήξερα ότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς,δεν μπορώ να κρατάω κακία ούτε αρνητική σκέψη για κάποιον που δεν έμαθε αξίες στη ζωή του.
Εκείνο που με πίκρανε πολύ,ήταν φίλοι – έτσι με είπαν εκείνοι τουλάχιστον – και εγώ τους έβαλα πάνω από εμένα.
Το πως και το γιατί πικράθηκα σημασία δεν έχουν.
Σημασία έχει ότι ακόμη και σε αυτά τα λάθη,ο Αγαθός Θεός δεν με άφησε έτσι.
Και τώρα πάλι ξέρω ότι είμαι “καταδικασμένος” -από δική μου επιλογή- να φτάσω πιο ψηλά από όλους,και πάλι ζητάω το ίδιο που ζητάω πάντα:
Μην είμαι μόνος εκεί.
Μακάρι διάολε να σας χόρταιναν τα λεφτά,οι τιμές και η δύναμη σας.
Αλλά όπου δεν υπάρχει Ο Παράκλητος μέσα,υπάρχει μόνο μια τρύπα που όσα και να πετάξεις μέσα δεν θα γεμίσει ποτέ.
“Τι είναι για εσένα η κόλαση?” με ρώτησε η μικρή με πράσινα μάτια που δεν ντρεπόντουσαν να με κοιτάξουν.
“Κόλαση για εμένα είναι να κρατάω κακία μέσα μου. Γιατί εγώ θυμάμαι ποιος είμαι και από που ήρθα.”
Σηκώθηκε η μικρή από τα πόδια μου τότε και έτρεξε μπροστά μου,παίζοντας και γελώντας.
Εγώ καθισμένος καθώς ήμουνα,ατένιζα το μέλλον μα αδιαφορούσα και κάπου εκεί ήταν εκείνη μπροστά μου.

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω…

Τέτοια εποχή πριν χρόνια ξεκίνησα να σε βρω. Είχα κάνει ετοιμασίες βέβαια,αλλά εμφανίστηκες ξαφνικά και είπες ήταν για λίγο.
Και κάθε χρόνος ήταν ένα μαρτύριο για εμάς,για το πότε θα πάμε μακριά από όλους και όλα,κάπου μην μας βλέπει κανείς,μην μας ακούει κανείς…ξεχασμένοι από τον κόσμο και τα ψέματα του.
Με κάρφωνες με τα μάτια σου,όσο μακριά και αν ήμουν και ντρεπόμουν να μην σε κοιτάξω.
Κάποιες φορές εύχομαι να έρθεις έξω από τα πάντα κλειστά παντζούρια μου και να μου πεις “σήκω,φεύγουμε.”
Να βγάλω μια ετυμηγορία για όσους με αδίκησαν και με πίκραναν,μια για όσους με βοήθησαν και χωρίς να με πουν φίλο η αδερφό ήταν εκεί,να την δώσω στον Θεό και να φύγουμε.
Νιώθω πάντα ένα βάρος από τις στιγμές μαζί σου,όλα τα συναισθήματα και όλες τις εικόνες.
Αυτά δεν σβήνονται,ποτέ.

Η αγάπη σου για εμένα ξεπέρασε λόγια και σκέψεις ,έγινε ένα βλέμμα.

Η αγάπη σου για εμένα ξεπέρασε λόγια και σκέψεις ,έγινε ένα βλέμμα.
Κάποιες φορές μου έλεγες τι είναι αυτά που κάνω,για ποιον…οι γύρω μου πάντα με πονούσαν.
Φίλοι, αδερφοί…αστεία πράγματα και λέξεις.
Τελικά μόνο εσύ προσπάθησες,χωρίς να έχεις πολλά,απλά αγκαλιάζοντας με και τότε μόνο χαλάρωνα λίγο μέχρι το πρωί που σηκωνόμουν να ξαναπάω κόντρα στον καιρό ,κόντρα στη ψεύτικη ηθική του κόσμου που οι άνθρωποι δίνονται με ευχαρίστηση στην αμαρτία και μετά μιλάνε για Θεό.
Δεν είμαι εδώ να κρίνω κανέναν,ούτε διάθεση έχω για κάτι τέτοιο.
Ξέρεις,εκείνα τα βράδια που ακουμπούσαμε τα σώματα μας,και σε έπαιρνα αγκαλιά σκεφτόμουν πως αν ήμουν διαφορετικός θα με αγαπούσες λιγότερο.
Κάθε μικρή στιγμή μαζί σου ήταν η ζωή μου και μέρες μετά έβλεπα νέους δρόμους που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν.
Εσύ και μόνο ήσουν το κίνητρο μου για όλα,και χωρίς εσένα δεν έχω λόγο να κάνω τίποτα.
Και έκλεισα την ψυχή μου σε ένα δωμάτιο και πόρτες δεν έχει.
Και δεν θέλω να έχει,δεν θέλω κανέναν εδώ μέσα.
Είναι όλοι ανάξιοι να με ξαναδούν.
Νιώθω ότι χάνομαι,και δεν ακούω την φωνή σου…

Τα Επικά Του Μέγα Θεόδωρου,Ο Έρωτας. Μέρος 191ο

Περπατούσαμε μαζί,χέρι χέρι μέσα στο κρύο και εκείνο το βράδυ δεν μιλούσα.
Σταμάτησες απότομα,με τράβηξες προς εσένα και τα κατακόκκινα χείλη σου έγιναν ένα με τα δικά μου.
Δάκρυσες…
“Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι,χαμένο μέσα στο σκοτάδι.”
Γέλασα δυνατά!
Πάντα ήσουν μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου,για αυτό είπα ότι για εσένα θα κατακτούσα τον κόσμο αν χρειαζόταν.
Μόνο για εσένα.
Οι άλλοι όλοι δεν μπορούν να συγκριθούν με εσένα,δέκα κλειδιά έδωσα στον καθέναν και όλοι τα σπάσανε με την κάλπικη ηθική και το όμορφο ψέμα.
Εσύ όμως,ήσουν διαφορετική.
Αντί να δοκιμάσεις κλειδιά,ήρθες και χτύπησες την πόρτα μου και εγώ την άνοιξα.
Πέρασες μέσα στη ζωή μου τόσο φυσικά,τόσο απλά και τόσο απαλά.
Έκοψα το χέρι μου,και με το αίμα μου έγραψα κάτι σε ένα χαρτί.
Ήταν το πρώτο μου όνομα,τότε που δημιουργήθηκα – πράγμα που ξέρουμε ίσα με μια χούφτα ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.
“Όταν υποφέρεις για την άνοιξη, όταν κρυώνεις,
όταν δαγκώσεις με παράπονο τα χείλια σου.
Όταν οι δρόμοι σου χαθούν χωρίς λόγο και απότομα,
όταν θα χαθείς για εκεί που να πας και φοβάσαι να κλάψες,
όταν βουλιάζεις στο χάος και στο τίποτα,
με αυτό το όνομα τρεις φορές να με φωνάξεις.”
“Να με φωνάξεις…”
είπα και σε φίλησα στο μέτωπο…
Επιτέλους σταμάτησαν τα δάκρυα σου,και έλαμψες σαν το ήλιο!