Τα Επικα του Μεγα Θεόδωρου,Οι Μαχες,μέρος 4ο.

Είσαι έτοιμος μικρέ?” είπε ο δάσκαλος μου και για πολλούς αιώνες πατέρας μου. Με θανάσιμες πληγές στο σώμα και με προχωρημένη ηλικία πλέον ήταν εκεί,στεκόταν αγέρωχος και δεν με κοίταξε. Κοίταξε λίγο δεξιά,λίγο αριστερά και γέλασε λίγο. ΟΙ εχθροί μας δεν ήταν τίποτα παρά προβολές όντων του πραγματικού κόσμου, σε ένα παιχνίδι που θα χάναμε. Ο κάθε ένας μας είχε έναν ρόλο να παίξει, και όσοι ήταν διατεθειμένοι να πάνε παραπέρα μπορούσαν. Πως όμως νικάς κάποιον που εδώ είναι προβολή και δεν μπορείς να χτυπήσεις την πραγματική ύπαρξη του?

Αυτά σίγουρα τα είχε σκεφτεί και ο πατέρας μου τότε, άλλωστε σε αντίθεση με εμένα εκείνος επέλεξε να ενσαρκωθεί ξανά και πολλές φορές. Τότε μονολογώντας είπε: “Τίποτα δεν υπάρχει και ότι υπήρξε θα υπάρξει,και ότι θα υπάρξει στο μέλλον θα υπάρχει και στο παρελθόν. Ο κόσμος αυτός δεν είναι υπαρκτός, και ζημία μπορείς να κάνεις από εδώ στο εκεί ,το δικό τους εκεί…

Μονομιάς έπιασε τον αέρα με το ένα χέρι σαν να ήταν νερό, σαν να ήταν μανδύας και με το άλλο έδωσε τόσο δυνατή γροθιά στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που κοιτούσε που ράπισε η ύπαρξη και ο ψεύτικος κόσμος,ράγισε ο αέρας!

Στην μία πλευρά η ύπαρξη σχίστηκε σε κομμάτια σε απόσταση πολλών χιλιάδων ετών φωτός και στην άλλη ωστικά κύματα κατέστρεψαν κατά σειρά χτυπώντας τις μορφές όλων των προβολών όσων είχαν το σημάδι των εχθρών μας.Δεν έμειναν και πολλά να κάνω εγώ,είχα καθίσει πιο πέρα ατάραχος. Δεν ήταν ότι δεν ήξερα την δύναμη του,μπορούσα και εγώ να κάνω παρόμοια πολλά,όχι σε τόσο δύναμη ή ένταση αλλά είχα και εγώ την δική μου ιστορία.

Αποδεκατισμένα και κομματιασμένα τα σώματα ων εχθρών μας κοιτούσαν πριν χαθούν.

 

Τότε ήταν που τον συνάντησα…

Τι παλικάρι είσαι εσύ βρε?” με ρώτησε εκείνος ο μαυροφορεμένος γέρος. “Δεν κάνει να μιλάω με ξένους. Άλλα με λένε Θοδωρή” ψέλλισα και κοίταξα γύρω μου να δω που είναι η μαμά μου.

Μην φοβάσαι,η μαμά σου θα έρθει σε λίγο. Και να σου πω, τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις?” με ρώτησε. “Προγραμματιστής θέλω.” απάντησα.

Τότε μπροστά μου ο γέρος έγινε νεότερος και με κοίταξε στα μάτια…

Μάλιστα…” είπε και συνέχισε να με κοιτάει. Το βλέμμα του με κάρφωσε και με είδε από άκρη σε άκρη. Ντράπηκα, θυμήθηκα κάτι από παλιά και αμέσως το ξέχασα.

Χαμογέλασε αυτός και η αμηχανία μου χάθηκε. Μου χάιδεψε το κεφάλι και είπε:

Θα φύγω,να έρχεται η μαμά σου. Τώρα θα ξεχάσεις,μετά θα θυμηθείς και παιδί θα μείνεις πάντα.

Πέρασαν τα χρόνια.

Για αυτό έφτιαξες τον κόσμο…

Θυμάμαι με είχες πάρει και με είχες πάει σε κόσμους όπου έκατσα για λίγο και σε σχέση με τώρα , ήταν όλα τόσο ωραία. Δεν είχε ούτε ζέστη, ούτε κρύο, ούτε σκέψεις χαμένες… μα εκεί μου είπες δεν κερδίζετε ο Παράδεισος. Για λίγο ήταν ,να πάρω μία ανάσα.

Μετά μου είπες ότι θα με πας αλλού, πρέπει να μάθω. Σε ρώτησα τι μα δεν απάντησες. Η γλώσσα σου είναι η σιωπή άλλωστε. Μην με πας πάλι σε πολέμους, μην με πας πάλι να θυσιαστώ.

Ήταν εκείνο το βράδυ που σου είπα ότι Σε εμπιστεύομαι. Άλλωστε μόνο Εσένα γνώρισα, Πρώτος Εσύ ήρθες και μου χτύπησες. Άνοιξα τότε, ήμουν δεν ήμουν 4 ετών και πέρασες μέσα. Ακατάστατο το σπίτι αυτό σχολίασες και ξεκίνησες να το συμμαζεύεις. Πέρασαν τα χρόνια και Εσύ ακόμη έχεις δουλειά φαίνεται…

Ένα βράδυ μου ψιθύρισες,αποκάλυψες όσα θα γίνουν. Και ας με λένε τρελό,ξέρω ότι Τον Λόγο Σου θα τον κρατήσεις. Άλλωστε μόνο Αγάπη Είσαι.

Μνήμες πολέμου.. Μέρος 2ο

Που είσαι γέρο… σε χρειάζομαι…χάνομαι…πονάω.” Παντού αίμα στην γη πάνω, δικό μου θα είναι σκέφτηκα. Οι δαίμονες δεν αιμορραγούν και αυτή την φορά θα χαθώ και θα βασανιστώ για χιλιάδες επί χιλιάδων ετών για όσα τους έκανα.

Σχίστηκε ο ουρανός και κεραυνός μεγάλος την χτύπησε με μανία, και εκεί που έπεσε διέκρινα μια φιγούρα,θολά και ζαλισμένα. “Χάνομαι όλα ειναι στο μυαλό μου,έρχονται να με πάρουν και να με σύρουν στα βάθη της κόλασης,δεν μπορώ να ανασάνω,τα κόκαλα του θώρακα μου είναι σπασμένα,το σπαθί μου δεν κόβει και η πανοπλία μου έγινε και αυτή κομμάτια…

Ήρθε τότε εκείνος ο γεράκος και είπε με φωνή απαλή όπως πάντα,με τα ίδια μάτια όλο συμπόνια και δάκρυα για εμένα..

Μην φοβάσαι.Σήμερα δεν είναι η μέρα σου παιδί μου, οι εχθροί σου είναι τώρα πολλοί και θα γίνουν περισσότεροι να το θυμάσαι. Σήμερα όμως είναι η τελευταία δική μου μέρα, θα σου δείξω τον Νόμο και έπειτα θα σε περιμένω πάνω. Μην χαθείς όπως αυτοί που θα χαθούν μπροστά στα μάτια σου…

Ένωσε τα χέρια του ο γεράκος, μικρός σε ανάστημα και με μία καρδιά που δεν ξανασυνάντησα ποτέ να την πλησιάζει σε ομορφιά και εγώ άρχισα να κλαίω. Ήξερα ότι αυτό που θα έκανε θα αφαιρούσε την δική του ζωή για να σωθώ εγώ, και να αφανιστούν χιλιάδες δαιμόνων. Μόλις βέβαια το κατάλαβαν εκείνοι ήταν αργά,ο γεράκος ολοκλήρωσε τα λόγια στιγμιαία,χαμογέλασε και παρέδωσε το πνεύμα του μέσα σε μία χαοτική οπτική λάμψη που έβησε τις αμαρτίες όλων και μαζί και τις υπάρξεις τους.

Έφυγε το σκοτάδι,άνοιξαν οι ουρανοί και εκεί πλέον ήμουν μόνος μου κλαίγοντας και φωνάζοντας.

Γιατί με άφησες μόνο μου, γιατί θυσιάστηκες, γιατί…γιατί…γιατί… Κατάρα,δεν έχω κανέναν ξανά. Πάλι θα περιπλανηθώ από κόσμο σε κόσμο, από ζωή σε ζωή πάντα πολεμώντας την Απώλεια και τους δαίμονες. Πάντα πολεμώντας τον εαυτό μου και θάνατο δεν θα βρω πουθενά.

Σηκώθηκα, ζώστηκα ξανά με τα όπλα μου, με μία μισοσπασμένη πανοπλία και ξεκίνησα ξανά περπατώντας τους κόσμους να μετέχω σε μυστήρια που λίγοι έχουν δει.

Πάντα αισθανόμενος τον βλέμμα Του πάνω μου και απλά αφήνοντας τον εαυτό μου να κινηθεί όπου με οδήγησε η Χάρις του.

“Υποσχεσου ότι κάποτε θα με ενώσεις με όλα μου τα αδέρφια και όσους έχασα.” είπα ψιθυριστά αλλά εκνευρισμένα. Άνθρωπος είμαι άλλωστε…

Μνήμες πολέμου.. Μέρος 1ο.

Περιπλανιόμουν εκείνη την εποχή στα μέρη που τώρα ονομάζονται Ασία και δεν είχα προορισμό συγκεκριμένο. Ένας περαστικός άνεμος,ένα τίποτα που ταξίδευε και στα μέρη που με πήγαινε η Αγάπη Του έβλεπα και διδασκόμουν όσα οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να μου εξηγήσουν ποτέ.

Είχα χαθεί κάποια στιγμή μέσα σε ένα δάσος και για μέρες περιπλανήθηκα εκεί ώσπου στο τέλος άκουσα φασαρία. όχι με τα αφτιά μου, αλλά με την ψυχή – κάτι με κίνησε να πάω προς τα ανατολικά. Ξεκίνησα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μετά από λίγο,βγήκα σε έναν δρόμο και εκεί είδα τρεις μορφές και μου δόθηκε πληροφορία ποιες ήσαν αυτές.

 

Ήταν δύο στρατιώτες και ένας νέος, εκείνοι θύτες είχαν πάρει την ζωή του πατέρα του και εκείνος ο νέος ζήτησε εκδίκηση. Σκελετωμένος,πολύ λεπτός ,με ένα όπλο στο χέρι και καμία εκπαίδευση πως θα μπορούσε να κάνει κάτι…

Έκανα να κινηθώ προς τα εκεί, να αποτρέψω ένα συμβάν και να δημιουργήσω κάποιο άλλο. Στο πρώτο μου βήμα κοκάλωσα και δεν είπε τίποτα ο Πατέρας, έπρεπε μόνο να κοιτάξω. Τότε άκουσα τον νέο να αναφωνεί,να οπλίζει και να ρίχνει τρεις σφαίρες… μετά θόλωσαν όλα και πήγα μπροστά στον χρόνο. Είδα του δύο καλοθρεμμένους και εκπαιδευμένους στρατιώτες, τον έναν χάμω και έναν όρθιο με μια τρύπα στο δεξί χέρι να αιμορραγεί ακατάπαυστα… και τον νέο πιο πέρα σε άθλια κατάσταση και με το ένα χέρι σπασμένο να κρέμεται από τον αγκώνα και κάτω με όλα τα κόκαλα σπασμένα.

Ελευθερώθηκα και έτρεξα πανικόβλητος προς τα εκεί. Στο δρόμο δεν έδωσα σημασία στον νεκρό πεσμένο στρατιώτη και στον άλλον καθώς αιμορραγούσε τον άρπαξα από την κεφαλή ,γιατί ήταν στον δρόμο μου και τον έσπρωξα με τόση δύναμη που έφυγε μέτρα μακριά. Είχε χάσει τόσο αίμα που θα πέθαινε σίγουρα.

Έφτασα στον νέο,ματωμένος καθώς ήταν έκλαιγε και φώναζε, έβλεπα στα μάτια του ότι χανόταν η ζωή του. Τον πήρα στα χέρια και άρχισα να κλαίω…

Ορκίσου μου,’ότι αν σε σώσω θα ζήσεις για πάντα!

Δεν είχα χρόνο να δεχτώ απάντηση,τον έδεσα πάνω μου και περπατήσαμε χιλιόμετρα μέχρι να φτάσω και να τον αφήσω σε κάποιο νοσοκομείο για να αναρρώσει και να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τι είναι αυτά που με βάζεις να ζήσω Πατέρα…γιατί τόσο αίμα? Γιατί τόσος πόνος? Κάνε να τελειώσουν όλα…

Χάθηκα ξανά μέσα στο δάσος…

Τα έχω δει όλα πριν τον πόλεμο…

Είχα δει τόσους πολέμους και τόσο πόνο που λίγα όντα έχουν δει. Σφαγές αθώων πλασμάτων, αφανίσεις πλανητών, χαοτικές καταστάσεις με άστρα και διαστάσεις ολόκληρες να χάνονται η μία μετά την άλλη.

Ήμουν εκεί όταν οι ψυχές που θανατώνονταν αδίκως “γέννησαν” τους πρώτους θεούς-δαίμονες τους χάους,και ήμουν εκεί όταν η πρώτες Ανώτερες Δυνάμεις πολέμησαν μαζί τους.

Ήμουν εκεί όταν μαζευτήκαμε οι Τέσσερεις Λύκοι μπροστά στον Θρόνο Του και σκορπιστήκαμε σε κάθε άκρη και σε κάθε διάσταση των κόσμων έκαστος να αποδώσεις τα έργα των Νόμων και την δικαιοσύνη. Και σταγόνα αίμα αθώου δεν χύθηκε κατά την πορεία μας, τουλάχιστον έτσι έγινε για αιώνες και για χιλιάδες χρόνια.

Και εγώ ταξίδεψα από ζωή σε ζωή και από κόσμο σε κόσμο, κυνήγησα και έδεσα τους πρώτους 2 θεούς του χάους, αφού να τους θανατώσω δεν μπορούσα. Κατανίκησα τους ακόλουθους τους και τους 6 αρχηγούς τους κατά κράτος και έφερα ειρήνη εκεί που βασίλευε το χάος αποτρέποντας οποιοδήποτε δαίμονα η αρνητική οντότητα να ξαναπεράσει από τα εκείνα μέρη.

Θυσίασα την ζωή μου πολλές φορές και με πόνους ξαναγεννήθηκα πάλι για να πατώσω το σώμα και την ψυχή μου.


Από τους Τέσσερεις ήμουν ο πιο…παράξενος. Με άρνηση κατηγορηματική να χύσω ακόμη και σταγόνα αίματος αθώου και έτσι χρειαζόμουν τρεις φορές τον χρόνο που χρειάζονταν άλλοι να φέρουν εις πέραν την αποστολή τους. Πάντα έφτανα τελευταίος να αναφέρω τα όσα έγιναν στον Πατέρα, μα ποτέ δεν μου απέδωσε κατηγορία.

 

Είχα ορκιστεί ότι θα πολεμήσω ,όχι αναγκασμένος αλλά ελεύθερος. Και δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει καμία τιμή στην αιματοχυσία, στην άδικη. Περιορισμένος ήμουν πάντα στο τι μέσον θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω σε όσα έκανα λόγο αυτής της αίσθησης όμως δεν έκανα πίσω.

 

Και τα έχω δει όλα. Μπορώ να εξιστορήσω μάχες και καταστάσεις για να γράψω βιβλιοθήκες ολόκληρες και τέλος να μην υπάρχει..

Και τώρα είμαι κουρασμένος. Προσμένω..